Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018




Τελωνειακες παραβασεις που επισύρουν ποινικες και διοικητικές ευθυνες. Ποτε η επιβολη πολλαπλών τελών λογω παραβασης της τελωνειακής νομοθεσιας αντικειται στην αρχη ne bis in idem του αρθ. 4 VII ΠΠ της ΕΣΔΑ.
Συνοπτικά:
Ο δραστης αθωωνεται απο το ποινικο δικαστηριο οπου ειχε κατηγορηθει για λαθρεμπορία, για παραβαση της τελωνειακης νομοθεσίας. Παραλληλα το Δοικητικο Δικαστηριο, στο οποιο ειχε προσφυγει κατα της πραξης επιβολης Πολλαπλων Προστιμων για την ιδια πραξη, απορριπτει την προσφυγη και επιβαλλει προσθετα τελη για την ιδια παραβατικη συμπεριφορα.

Συμφωνα με τη νμλγ. του ΕΔΔΑ, η αρχη "ne bis in idem" οπως διατυπωνεται στο αρθ. 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ παραβιαζεται υπό τις εξης 4 προυποθεσεις:
α) οι διαφορετικές διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ιδίου προσώπου και να αφορούν την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά.
β) η μία από τις διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση.
γ) οι διαδικασίες επιβολής κυρώσεων ΔΕΝ συνδέονται στενά μεταξύ τους. Εχει κριθει οτι οι διαφορετικες διαδικασιες συνδεονται στενα μεταξυ τους - κι αρα δεν παραβιαζεται η ως ανω αρχη, επιτρεπεται η διπλη επιβολη ποινης:
αα) αν οι διαδικασίες επιδιώκουν "συμπληρωματικούς σκοπούς" και, επομένως, αφορούν διαφορετικές όψεις/πτυχές της αυτης σχετικής παραβατικής συμπεριφοράς
ββ) αν η διπλή διαδικασία είναι προβλέψιμη συνέπεια για τον παραβάτη και
γγ) αν αποφεύγεται, κατά το δυνατό, στο 2ο δικαστήριο η επανάληψη τόσο της συλλογής όσο και της εκτιμήσεως των αποδείξεων
δδ) εάν η κύρωση που επιβάλλεται στη διαδικασία που περατώνεται αμετάκλητα λαμβάνεται υπ’ όψη στην διαδικασία που τελειώνει δεύτερη, ώστε να αποτρέπεται η επιβολή στον καθου υπέρμετρου βάρους.
δ) οι διαφορετικες διαδικασίες πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ . Για να εξετασει τον ποιινκο χαρακτηρα της διαδικασια το ΕΔΔΑ εφαρμοσε τα γνωστα τρια "κριτηρια Engel": 
αα) Λαμβανεται υποψη ως σημειο αναφορας ο χαρακτηρισμός της παραβατικης πραξης κατα τον εθνικο νομοθετη. 
ββ) Στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου Engel, το ΕΔΔΑ ελέγχει, κατ’ αρχήν, τον κύκλο των προσώπων προς τον οποίο απευθύνεται ένας κανόνας που προβλέπει κυρώσεις για συγκεκριμένη συμπεριφορά. Όταν ο κανόνας απευθύνεται στο σύνολο των πολιτών και όχι σε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων που τελούν υπό ειδικό καθεστώς, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο πειθαρχικό δίκαιο, αυτό αποτελεί ένδειξη του ποινικού χαρακτήρα της κύρωσης και 
γγ) βαρυτητα της κυρωσης. Ετσι το ΕΣΔΑ εκρινε οτι το υπερμετρο προστιμο των πολλαπλων τελων λογω βαρυτητας, εχει ποινικο χαρακτηρα.

Επιγραμματικά, τα υπερογκα, ελληνικης εμπνευσης και μαφιόζικης εφαρομγης, πολλαπλά τέλη καταρρίπτονται στο δικαστηριο υπό τις ως ανω προυποθεσεις που έθεσε το ΕΔΔΑ, αρκει ο δικαστης του ΤΔΔ να ειναι ενημερωμενος σχετικώς.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Πολεμικές επανορθώσεις- κατοχικό δάνειο


Αποτέλεσμα εικόνας για nazis acropolis


Επί του πιεσηρίου:

1) Πολεμικές αποζημιώσεις , ενεργητικά νομιμοποιείται το ελληνικό κράτος να ζητήσει από τη Γερμανία. Μέχρι τώρα δεν έχει ασκήσει καμία ελληνική κυβέρνηση αγωγή κατά της ΟΔΓ για αυτές τις αποζημιώσεις/ επανορθώσεις. Η Γερμανία προβάλλει το επιχείρημα ότι οι σχετικές αξιώσεις για επανόρθωση έχουν καταπέσει με τη Συνθήκη του 1960 μεταξύ των δυο χωρών που προέβλεπε άφεση χρέους. Η Ελλάδα το αρνείται. Είναι ο φόβος της Γερμανίας αυτό το σκέλος, να διεκδικηθεί δηλαδή το κονδύλι των επανορθώσεων δικαστικά δια τον φόβο ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα κράτη. Η Ελλάδα έχει έναν άσσο στο μανίκι / όπλο κανονικό , που δεν το έχει ποτέ απασφαλίσει μέχρι σήμερα στο όνομα των καλών διμερών σχέσεων.
2) Αποζημιώσεις για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Δικαιούχοι σε αυτό το κομμάτι είναι μόνο τα θύματα/φυσικά πρόσωπα που υπέστησαν τη ναζιστική φρίκη. Έχει βγει απόφαση θετική υπέρ των θυμάτων του Διστόμου από τον ΑΠ και απο το ιταλικό ακυρωτικό στο οποίο ασκησαν προσθετη παρεμβαση υπερ ιταλών πολιτών -θυμάτων.
Η εκτέλεση ομως τελικά ανακόπηκε από το ΔΔΧάγης , κατόπιν προσφυγής της ΟΔΓ (λόγω παραβίασης της αρχής της ετεροδικίας, που λέει οτι τα ξένα δικαστηρια πρέπει να σεβονται την κυριαρχία ξένου κράτους, αναλογη ρυθμιση και στον δικο μας ΚΠολΔ αρθ. 923). 
Παρέπεμψε τελικά το Δικαστήριο την επίλυση στην διπλωματική οδό.

3) Δάνειο. Νομιμοποιείται να το διεκδικήσει το ελληνικό κράτος.
Το κατοχικό δάνειο συνήφθη αναγκαστικά από τη ναζιστική Γερμανία με την Ελλάδα. Το ίδιο το καθεστώς των ναζί αποπλήρωσε ήδη 2,5 δόσεις του δανείου όσο βρισκόταν στην Ελλάδα. Επομένως όσον αφορά αυτό το κονδύλι, η νομική κατάσταση είναι ξεκάθαρη οτι η αξίωση αποπληρωμής του δανείου υφίσταται και κανένας δεν το αρνείται στην πραγματικότητα. Ουτε οι ίδιοι οι Γερμανοί. Μοναδικός σκόπελος εδώ, το ύψος των τόκων που απαιτεί η Ελλάδα. Η Γερμανία θέλει διαπραγμάτευση για το ποσό των υπέρογκων τόκων του δανείου.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018


Αποτέλεσμα εικόνας για Grundfreibetrag


Χαράς ευαγγέλιον σήμερα με την πρόταση μομφής, ευκαιρία για ένα μικρο excursus στη φορολογία εισοδήματος της Γερμανίας:
Όποιος έχει καθαρό εισόδημα / κέρδος άνω των 54.950 ευρώ τον χρόνο, πληρώνει φόρο ίσο με το 42%. Αν εδώ είμαστε στα 29% , εκεί είναι στα 42%. Πρόκειται για τον ανώτατο κλιμακωτό συντελεστή φόρου που ισχύει εκεί τα τελευταία χρόνια. Πολύ παλιά, τη δεκαετία του 70', ο ανώτατος συντελεστής έφτανε τα 55 % του εισοδήματος.
Μεγαλύτερος συντελεστής λοιπόν δεν υπάρχει ...... μέχρι το σημείο που το καθαρό εισόδημα φτάσει τις 260.000 ευρώ.
Τότε, ο πάνω ανώτατος συντελεστής προσαυξάνεται κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας το 45 %. Ο τελευταίος φόρος ονομάζεται στη Γερμανία Reichensteuer, φόρος πλουσίων.

Συνεπώς για τα γερμανικά δεδομένα, πλούσιος θεωρείται όποιος βγάζει σε ένα χρόνο πάνω από 260.000 ευρώ.
Λεκτέο ότι, ακόμα και για τα πολύ ψηλά εισοδήματα, που υπόκεινται στους ανώτατους συντελεστές 42%, 45 %, υπάρχει το αφορολόγητο όριο, που ισχύει για όλους τους φορολογούμενους ανεξαιρέτως, όπως μισθωτοί, ελ επαγγελμ, συνταξιούχοι, και ανέρχεται σήμερα στις 9.000 ευρώ.

Από το παραπάνω ποσό και πάνω μόνο επιτρέπεται στη Γερμανία η φορολόγηση, καθώς όπως έκρινε κάποτε το ομοσπονδιακό συνταγματικό τους Δικαστήριο, ένα αφορολόγητο όριο πρέπει να υπάρχει πάντα και για όλους, το οποίο δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο φορολογικής βάσης, αφού από εκεί και κάτω ξεκινάει το λεγόμενο Existenzminimum, το ελάχιστο δηλ. ποσό διαβίωσης, η προστασία της οποίας επιτάσσεται από την κορωνίδα των συνταγματικών δικαιωμάτων, αυτό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Αναθεώρηση Συντάγματος




Το σύνταγμα δεν είναι οι δέκα εντολές του Μωυσή. Ούτε είναι ο κώδικας Ουρ Ναμμού ή Χαμουραμπί.
Είναι ο καταστατικός χάρτης μιας χώρας, όπως είθισται να λέγεται, ένας άξονας πάνω στον οποίον οργανώνεται, πορεύεται και δρα η πολιτεία ρυθμίζοντας τη σχέση της με τον εαυτό της αλλά και τον λαό, ενας μπουσουλας δηλαδή , τοσο στην καθετη δομικη του διαρθρωση, τη σχεση δηλαδη κρατους με λαο, οσο και οριζοντιως, τριτενεργωντας, στις σχεσεις μεταξυ των ανθρωπων.
Επίσης είναι και ένα αξιακό πλαίσιο εντός του οποίου θα αποτυπωθούν υπό τη μορφή νόμων και λοιπών νομοθετημάτων οι κοινωνικές ισορροπίες σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Ένα σύνταγμα του 1930 αποκλείεται να συμβολίζει τς ίδιες αξίες με ένα σύνταγμα του 2030. Δεν γίνεται.

Καλή λοιπόν η απεύθυνση στον ανώτατο νόμο της πολιτείας κάθε λίγο και λιγάκι από τους βυζαντινολογους και μανδαρινους τυπολατρες συνταγματολογούντες, αλλα ας μην το βλέπουμε και σαν τον μωσαϊκό νόμο με μυστικιστικη προδιαθεση και τοτεμικη σταση.
Το σύνταγμα είναι μια ανθρώπινη κατασκευή που μπορεί να αλλάζει και πρέπει να αλλάζει όταν "ωριμάζουν οι οικονομικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, επιστημονικές" συνθήκες εξέλιξης μιας κοινωνίας.
Το συνταγμα αλλαζει με δυο διαδοχικές Βουλες. 
Και μαλιστα η μια Βουλη, προτεινουσα ή αναθεωρητικη, δεν χρειαζεται καν να εχει αυξημενη πλειοψηφια των 3/5 των βουλευτών δηλαδη 180, αλλα αρκεί η απόλυτη επί του όλου αριθμού βουλευτών, δηλ. αρκούν οι μισοι συν ένας βουλευτες , ΄τουτέστιν 151 .
Στην επόμενη σύγκληση της Βουλής , που θα συγκροτηθεί σε σώμα μετά τις νεες εκλογές, θα πρέπει να "εγκριθεί" η προταθείσα αναθεώρηση του Συντάγματος με ενισχυμένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης



Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Στο άρθρο 13 της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) αναφέρονται ποια είναι τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Αυτά είναι το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ευρωπαϊκό συμβούλιο , το συμβούλιο της ευρωπαϊκής ένωσης, το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης , η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα και το ευρωπαϊκό ελεγκτικό συνέδριο .


Ευρωπαϊκό συμβούλιο

Το ευρωπαϊκό συμβούλιο αναφέρεται στο άρθρο 15 της ευρωπαϊκής συνθήκης. Συγκροτείται από α) τους αρχηγούς των κρατών-μελών ,β) από τον πρόεδρο της ευρωπαϊκής επιτροπής και γ) από τον πρόεδρο του ευρωπαϊκού συμβουλίου. Ασχολείται με ζητήματα γενικής στρατηγικής της ΕΕ και πολιτικές κατευθύνσεις της που θα λάβει.


Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή , αρθ. 17 ΣΕΕ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ο θεματοφύλακας των ευρωπαϊκών συνθηκών. Αναλαμβάνει το εκτελεστικό κομμάτι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ομοιάζει δηλαδή με κυβέρνηση, και φροντίζει και παρακολουθεί για την ομοιόμορφη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης. Αποτελείται από 28 κομισάριους, τους λεγόμενους επιτρόπους, κάθε ένας εντεταλμένος από την κυβέρνηση κράτους-μέλους, αρμόδιος για έναν συγκεκριμένο θεματικό τομέα. Επίσης διαθέτει το προνόμιο της νομοθετικής πρωτοβουλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συντάσσει τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο
Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο αποτελεί μαζί με το συμβούλιο των υπουργών της ΕΕ, το ευρωπαϊκό συμβούλιο, τα δύο νομοθετικά σώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αντίθεση όμως με το συμβούλιο, το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είναι το μόνο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου τα μέλη εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 2014 και εντεύθεν το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο διαθέτει 750 βουλευτές, του οποίου τα μέλη σχηματίζουν μεταξύ τους κοινοβουλευτικές ομάδες. Οι πιο γνωστές είναι αυτή των χριστιανοδημοκρατών, των σοσιαλιστών, των πρασίνων, των φιλελευθέρων.

Σε αντίθεση με τα ισχύοντα στα συντάγματα των κρατών μελών, όπου η εκάστοτε Βουλή ελέγχει τις δράσεις της κυβέρνησης, το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο δεν έχει άμεση επίδραση στο έργο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς εκλεγεί μόνο τον πρόεδρο της ευρωπαϊκής επιτροπής κι όχι τα λοιπά μέλη της επιτροπής, τους κομισάριους.


Το συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 
Το συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ονομάζεται και σκέτα "το συμβούλιο" ή συμβούλιο των υπουργών, είναι το δεύτερο νομοθετικό σώμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκροτείται από τους υπουργούς των κρατών- μελών , ανάλογα με τον τομέα του προς ψήφιση νόμου, και ουσιαστικά εκπροσωπεί τα κράτη- μέλη σε επίπεδο ευρωπαϊκής νομοθέτησης. 
Η διαδικασία νομοθέτησης , στην κανονική διαδικασία είναι η εξής:
Η επιτροπή, που όπως είπαμε διαθέτει τη νομοθετική πρωτοβουλία, εισάγει τα προς ψήφιση νομοσχέδια στο κοινοβούλιο. Αυτό είτε απορρίπτει το νομοσχέδιο, είτε το υπερψηφίζει με απλή πλειοψηφία. Εν συνεχεία διαβιβάζεται στο συμβούλιο των υπουργών (ευρωπαϊκό συμβούλιο) , το οποίο είτε το υπερψηφίζει μέσω των υπουργών με διπλή πλειοψηφία (βλ. παρακάτω), είτε το αναπέμπει με τροποποιητική πρόταση. Σε αυτήν την περίπτωση το τροποποιηθέν νομοσχέδιο , αν υπερψηφιστεί πάλι από το κοινοβούλιο, ξαναστέλνεται από αυτό στο συμβούλιο των υπουργών για να ψηφιστεί κι εκεί.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για την πλειοψηφία που απαιτείται στο συμβούλιο των υπουργών για τη αποδοχή/υπερψήφιση του νομοσχεδίου. 
Μέχρο το 2014 κάθε κράτος μέλος , ανεξαρτήτως πληθυσμού, εκπροσωπούνταν απο 1 υπουργό και είχε μια ψήφο. Ετσι τόσο η Γερμανία με 82 εκατμμύρια πληθυσμό, όσο και η Μάλτα με 1/2 εκατμμύριο πληθυσμό, είχαν στο συμβούλιο απο 1 ψηφο. Πλέον απο το 2014 και μετά, κάθε κράτος εκακολουθεί να εκπροσωπείται απο έναν υπουργό, πλην για την υπερψήφισει απαιτείται πλέον διπλή πλειοψηφία εντος του συμβουλίο: 

Έτσι για να ψηφιστεί ένας νόμος θα πρέπει πλέον να συμφωνήσουν τουλάχιστον 15 μέλη κράτη-μέλη, άλλως το 55% των υπουργών στο συμβούλιο, και τα 15 αυτά κράτη - μέλη να εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός αυτής της αλλαγής ήταν να αντισταθμιστεί η δυσαναλογία της μίας ψήφου για κάθε κράτος σε σχέση με τον αριθμό του πληθυσμού που εκπροσωπεί ο εκάστοτε υπουργός και αποτραπεί έτσι ο συνασπισμός μικρών κρατών έναντι των μεγάλων, αφού για να σχηματιστούν 65% του πληθυσμού θα πρέπει να συμμετέχει τουλάχιστον ένα από τα μεγαλύτερα πληθυσμιακά κράτη.


Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ανώτατο δικαστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καταστατικός του στόχος είναι να διασφαλίζει την τήρηση των Ευρωπαϊκών συνθηκών κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου από τα μέλη.
Επιλαμβάνεται υποθέσεων κατόπιν αγωγής της ευρωπαϊκής επιτροπής κατά ενός κράτους μέλους λόγω παραβίασης των συνθηκών, αλλά πιο συχνά ασχολείται με προδικαστικά ερωτήματα που έχουν παραπεμφθεί σε αυτό από τα δικαστήρια των κρατών- μελών . 
Στο σημείο αυτό δέον επισημανθεί:
Η προδικαστική ερώτηση πρέπει να στοχεύει πάντα στην ερμηνεία ενωσιακού δικαίου και όχι στην ερμηνεία εθνικού δικαίου. Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει εθνικό δίκαιο και ως εκ τούτου η ερώτηση πρέπει να διατυπώνεται στο εάν το ενωσιακό δίκαιο συγκρούεται με διάταξη εθνικού δικαίου και όχι αντίστροφα. (πχ. "Μπορεί η ελευθερία κίνησης κεφαλαίου ως μια εκ των θεμελιωδών αρχών της ευρωπαϊκής συνθήκης να ερμηνευτεί με τρόπο που δεν θα προσκρούει / δεν θα αντιβαίνει στο χ εθνικό νομοθέτημα;")

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 της συνθήκης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τα εθνικά δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να απευθύνουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ερώτημα για ερμηνεία ενωσιακού δικαίου, είναι όμως υποχρεωμένα να παραπέμψουν, αν κατά της επιγενόμενης απόφασης δεν χωρούν εθνικά ένδικα μέσα σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δικονομικό σύστημα.


Τέλος,

η Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα είναι αρμόδιο όργανο για την κοινή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης , για τη ρύθμιση επιτοκίων δανεισμού κλπ. και το


Ευρωπαϊκό ελεγκτικό συνέδριο επιβλέπει τους προϋπολογισμούς των ευρωπαϊκών οργάνων.

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

To νομοθετικό σώμα στις ΗΠΑ





Το Κογκρέσο , το νομοθετικό σώμα των ΗΠΑ, συγκροτείται από δυο αντιπροσωπευτικά σώματα: τη Βουλή των αντιπροσώπων και τη Γερουσία.
Στόχος των ιδρυτών του Συντάγματος ήταν ο περιορισμός της δύναμης κάθε θεσμικής εξουσίας και η διαμόρφωση μιας "checks and balances" ισορροπίας μεταξύ τους. Εντός της ίδιας μάλιστα εκτελεστικής εξουσίας, αυτός ο στόχος θα επιτυγχάνετο με τη δημιουργία δυο Βουλών: Την άνω και την κάτω Βουλή. Με αυτόν τον τρόπο θέλησαν να εξισορροπήσουν τη διαφορετική ανάλογα με τον πληθυσμό ισχύ μεταξύ μικρών και μεγάλων πολιτειών. Έτσι, ενώ στη Βουλή των αντιπροσώπων οι θέσεις καταλαμβάνονται ανάλογα με τον πληθυσμό των εκάστοτε πολιτειών, στη Γερουσία κάθε πολιτεία εκπροσωπείται ανεξάρτητα από τον πληθυσμό της με 2 Γερουσιαστές.  "In order to control the legislative authority, you must divide it"(James Madison).

Η Βουλή των αντιπροσώπων έχει 435 θέσεις και η Γερουσία 100 θέσεις, συνολικά δηλαδή 535. Στον αριθμό αυτό, προστίθενται και 3 θέσεις Βουλευτών απο τη περιφέρεια της Κολούμπια (District of Columbia).
H διαδικασία νομοθέτησης είναι βασικά ίδια με αυτήν που υπάρχει στις χώρες της Ευρώπης, αν και διαφέρει σημαντικά στο ότι κάθε νομοσχέδιο που εισάγεται αρχικά είτε στην άνω Βουλή (Γερουσία), είτε στην κάτω Βουλή (Αντιπροσώπων), θα πρέπει να διέλθει και να τύχει της έγκρισης και της άλλης Βουλής.

Αναλυτικά:
Με το που προτείνεται ένα νομοσχέδιο από Βουλευτή/Πρόεδρο, ο εκπρόσωπος της κάτω Βουλής  ή ο πρόεδρος της Γερουσίας το παραπέμπει σε ειδική επιτροπή του σώματος προς επεξεργασία, εξέταση, υιοθέτηση ή απόρριψη. Οι επιτροπές απαρτίζονται απο μέλη της εκάστοτε Βουλής, αναλογικά με την αντιστοιχεία που κατέχουν στην ολομέλεια . Σε περίπτωση που υπερψηφιστεί το νομοσχέδιο εντός της επιτροπής, τότε παραπέμπεται για ψήφιση στην ολομέλεια της εκάστοτε Βουλής: Αν το νομοσχέδιο εισήχθη το πρώτον στην κάτω Βουλή θα συζητηθεί στη δική της ολομέλεια, αν ξεκίνησε απο τη Γερουσία, θα συζητηθεί στη δική της ολομέλεια της.
Αν υπερψηφιστεί εν συνεχεία και στην ολομέλεια (με απλή πλειοψηφία , δηλ. είτε 218 αν ξεκίνησε από τη Βουλή των αντιπροσώπων ή 51 αν ξεκίνησε από τη Γερουσία), τότε ξεκινά η όλη διαδικασία και στην άλλη Βουλή: Θα περάσει από την δική της επιτροπή, θα ψηφιστεί, και μετά θα περάσει στην ολομέλειά της για να υπερψηφιστεί κι εκεί.

Αν τελικά περάσει το νομοσχέδιο και από τα δυο αντιπροσωπευτικά σώματα (με απλή πλειοψηφία), υποβάλλεται στον 'Πρόεδρο της χώρας για επικύρωση.  Αυτός είτε το υπογράφει/επικυρώνει , κάνοντας το νομοσχέδιο νόμο της χώρας, είτε υποβάλλει βέτο.
Το σύνταγμα  προβλέπει να ανατραπεί το βέτο το Προέδρου , αν και οι δυο Βουλές καταψηφίσουν το βέτο το Προέδρου με 2/3 ψήφους για  έκαστο σώμα, πράγμα που έγινε πολύ λίγες φορές ως τώρα στην ιστορία της χώρας.

Η όλη διαδικασία νομοθέτησης φαίνεται εκ πρώτης όψης περίπλοκη και δύσκολη υπόθεση και αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός των ιδρυτών του Συντάγματος: Να προστατέψει τους πολίτες της χώρας από ένα υπερπληθωρισμό νόμων. 

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018



Αποφάσεις του ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, του Supreme Court.
Παρακάτω παρατίθενται κάποιες από τις σημαντικότερες αποφάσεις του ανώτατου δικαστηρίου των ΗΠΑ που άλλαξαν όχι μόνο τα θεμέλια της κοινωνίας τους, τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης και των λοιπών δυο εξουσιών της χώρας, αλλά που είχαν και επίδραση στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης επηρεάζοντας πρωτίστως τα Συντάγματα τους.

1) Marbury vs. Madison, 1803

Η απόφαση αυτή θεωρείται ως θεμέλιος λίθος του ίδιου του Δικαστηρίου, καθώς καθορίζει τον κυρίαρχο ρόλο του: „Να ακυρώνει νόμους ως αντισυνταγματικούς“.

Για την ιστορία:
Ο William Marbury είχε διοριστεί δικαστής από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ John Adams. (Στις ΗΠΑ οι δικαστές του ανωτάτου δικαστηρίου διορίζονται εφ΄όρου ζωής από τον εκάστοτε Πρόεδρο. Οι Chief justices, όπως αποκαλούνται, είναι συνολικά 9 τον αριθμό). Πριν αναλάβει λοιπόν τα καθήκοντά του ο Δικαστής, εκλέχθηκε νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ο δημοκρατικός και αντιφεντεραλιστής Thomas Jefferson, αντίπαλος του John Adams. Ο Υπουργός εξωτερικών του Jefferson, James Madison, (μετέπειτα κι αυτός Πρόεδρος και ένας εκ των θεμελιωτών του σημερινού αμερικανικού συντάγματος), αρνήθηκε να παραδώσει το έγγραφο διορισμού στον δικαστή Marbury, λόγω της έντονης αντιπαλότητας του Jefferson με τον προκάτοχό του Adams. Αργότερα οι παρατάξεις των φεντεραλιστών- αντιφεντεραλιστών θα ονομαστούν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί αντίστοιχα και η αντιπαλότητα κρατά ως σήμερα. 
Ο εν ενεργεία Δικαστής John Marshall του Δικαστηρίου έκρινε στη υπόθεση που άνοιξε ο νεοδιορσθείς δικαστής κατά του Υπουργού Εξωτερικών αιτολογόντας, ότι "ο σκοπός του εν λόγω Δικαστηρίου είναι α) να ερμηνεύει τους νόμους και β) να τους κηρύσσει, σε περίπτωση που αντιβαίνουν αυτοί το Σύνταγμα της χώρας, ως αντισυνταγματικούς". 
Με την απόφαση αυτή καθιερώθηκε de facto η εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει και να περιορίζει τις εξουσίες των άλλων δυο εξουσιών , της εκτελεστικής και νομοθετικής σε μια „checks and balances“ δυναμική.

2. Plessy vs. Ferguson, 1890

Η δικαστική διαμάχη εξελίσσεται τώρα σε μια εποχή με έντονα και εμφανή ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Όλη η νότια περιοχή της χώρας είναι αναφανδόν ρατσιστική, αφού υπάρχει θεσπισμένος φυλετικός διαχωρισμός στην πρόσβαση σε δημόσια αγαθά και υπηρεσίες.

Ο Homer Plessy είναι κάτοικος της Λουϊζιάνα και κατά 1/8 αφροαμερικανός. Είναι όμως λευκός από βιολογική πλευρά. Στα δημόσια μέσα συγκοινωνίας της εποχής, υπήρχε χωροταξικός διαχωρισμός μεταξύ μαύρων και λευκών. Οι λευκοί κάθονταν στα πρώτα βαγόνια, στις πρώτες θέσεις, ενώ οι μαύροι πάντα πίσω, σε βαγόνια-αποθήκες. (Πολλά χρόνια αργότερα θα δούμε να διεκδικεί μια μαύρη γυναίκα τα κοινωνικά δικαιώματά της επίσης σε θέση μέσου συγκοινωνίας: Η Ρόζα Πάρκς, που άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο των κοινωνικών διεκδικήσεων στην Αμερική). Προκειμένου λοιπόν να προκαλέσει έναν δικαστικό αγώνα , o Homer Plessy έκλεισε θέση σε βαγόνι τρένου πρώτης κατηγορίας, ειδοποιώντας ταυτόχρονα τον υπάλληλο ότι είναι μαύρος. Σκοπός του ήταν να προβοκάρει τη σύλληψή του , όπερ κι έγινε. To δικαστήριο τον καταδίκασε λόγω παράβασης του νόμου περί φυλετικού διαχωρισμού.
Εν συνεχεία, ο Plessy μήνυσε τον Δικαστή επικαλούμενος ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του σε ίση μεταχείριση υπό τον νόμο, όπως είχε θεσπιστεί με την 14η τροπολογία του Συντάγματος (14th Amendment).
To Supreme Court έκρινε ότι ο φυλετικός διαχωρισμός σε δημόσια μέσα μεταφοράς είναι νόμιμος, εφόσον υπάρχει εγγύηση περί ίσης μεταχείρισης „equal protection under the law“. (τουτέστιν: „ ίδια δικαιώματα με τους λευκούς , αρκεί να μην είστε μαζί με τους λευκούς“) . Σήμερα ισχύει ο γενικός αυτός κανόνας ως "ισότητα μεταξύ όμοιων". Τότε λοιπόν το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μαύροι ΔΕΝ ήταν όμοιοι με τους λευκούς.
Εξ αφορμής αυτής της απόφασης, υπήρξε στη συνέχεια καταιγίδα νόμων στον νότο της χώρας με έντονο το στοιχείο του φυλετικού διαχωρισμού. Ήταν οι λεγόμενοι "Jim Crows laws" που διαχώριζαν τους μαύρους από τους λευκούς νόμιμα ενώπιον κάθε είδους δημόσιας υπηρεσίας.

3. Brown vs. Board of Education, 1954

60 χρόνια μετά την παραπάνω απόφαση , το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί τώρα σε υπόθεση με ίδια χαρακτηριστικά, αυτή τη φορά όμως αφορούσε ένα αφροαμερικάνικο κοριτσάκι, μαθήτρια του δημοτικού. Η μαθήτρια είχε αποβληθεί από το δημοτικό σχολείο λόγω χρώματος και επειδή δεν υπήρχαν αντίστοιχες τάξεις για έγχρωμα παιδάκια εκεί.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποβολή στοιχειοθετεί παράβαση της 14ης τροπολογίας („equal protection under the law“), και ότι η αρχή που είχε εισάγει το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφαση του „Plessy vs Ferguson“ („seperate but equal“) δεν ήτο πλέον δυνατό να σταθεί στη δημόσια εκπαίδευση, κρίνοντας πλέον αντισυνταγματικό τον διαχωρισμό λόγω χρώματος.
4. Jerry Gault, 1966

Στην υπόθεση αυτή ένας ανήλικος κατηγορήθηκε για διατάραξη οικογενειακής ειρήνης (έκανε εκφοβιστικά τηλεφωνήματα σε γειτόνους). Δικάστηκε και καταδικάστηκε χωρίς καν να ειδοποιηθούν οι γονείς του , αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπονταν από τον ποινικό νόμο της πολιτείας. Φυσικά και δεν είχε προστρέξει κανένας δικηγόρος υπεράσπισης, αφού η διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης έγινε ουσιαστικά εν κρυπτώ. 

Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι και οι ανήλικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες δικονομικές δυνατότητες όπως οι ενήλικοι, ήτοι δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (14η τροποποίηση), δικαίωμα σε δικηγόρο (6η τροποποίηση) και δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση /δικαίωμα σιωπής (5η τροποποίηση).
5. Tinker vs. Des Moins, 1969

Δυο φοιτητές πανεπιστημίου φόρεσαν μαύρο περιβραχιόνιο κατά τη διάρκεια διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο, για να διαμαρτυρηθούν κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Αποβλήθηκαν από την επιτροπή και προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη. 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποβολή των φοιτητών από τη σχολή για τον λόγο οτι φορούσαν μαύρο περιβραχιόνιο, παραβίασε το δικαίωμα έκφρασής τους, όπως αυτό προστατεύεται από 1η τροποποίηση του Συντάγματος. 
Σημασία έχει η απόφαση, καθώς με αυτήν κρίθηκε το πρώτον ότι το δικαίωμα έκφρασης δεν περιστέλλεται σε ειδικούς χώρους, όπως τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και ότι το δικαίωμα έκφραση δεν περιέχει μόνο το λεκτικό στοιχείο (ομιλία), αλλά εξικνείται σε κάθε άλλο μέσο έκφρασης, όπως ντύσιμο (πχ. παθητικές στολές είναι αντισυνταγματικές).
Αργότερα σε άλλη του απόφαση θα κρίνει, ότι ακόμα και το κάψιμο της αμερικανικής σημαίας ως ένδειξη διαμαρτυρίας, προστατεύεται από αυτό το δικαίωμα έκφρασης, 1st Amendment.

6. Gideon vs. Wainright, 1963

Εδώ το Δικαστήριο ασχολήθηκε και πάλι με την έκταση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Ο Gideon ήταν ένας άπορος μικροεγκληματίας. Είχε κλέψει από ένα μπαρ της περιοχής ένα μικροποσό χρημάτων. Στη δίκη αιτήθηκε να του διοριστεί συνήγορος υπεράσπισης, αφού δεν είχε τα οικονομικά μέσα να προσλάβει δικό του δικηγόρο. Το ποινικό δικαστήριο της πολιτείας της Florida αρνήθηκε, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν για τα δικαστήρια των πολιτειών (μόνο ενώπιον των ομοσπονδιακών δικαστηρίων υπήρχε ρητή ρύθμιση). 

Σε ένα γράμμα που απέστειλε μετά την καταδίκη του στο Supreme Court, ο Gideon παραπονέθηκε για την απόρριψη του αιτήματός του και το Δικαστήριο αναιρώντας την καταδίκη έκρινε, ότι "όλοι ανεξαιρέτως" που δικάζονται, δικαιούνται συνήγορο υπεράσπισης, ακόμα και όταν δεν έχουν τα οικονομικά μέσα. Οι πολιτείες θα πρέπει να νομοθετήσουν σχετικώς, έτσι το ανώτατο Δικαστήριο.
7. Miranda vs. Arizona, 1966

H πιο διάσημη ίσως απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, λόγω της συχνής προβολής του δικαιώματος αυτού σε ταινίες, είναι αυτή. Αν και έτυχε μεγάλης αποδοκιμασίας από την αμερικανική κοινή γνώμη όταν δημοσιεύτηκε, ότι δήθεν προστατεύει εγκληματίες, ωστόσο η απόφαση αυτή αφορούσε στην πραγματικότητα τον περιορισμό της ισχύος της Αστυνομίας.

Ο Ernesto Miranda, άνθρωπος ιατρικά αποδεδειγμένα χαμηλής νοητικής στάθμης, καταδικάστηκε από το πολιτειακό δικαστήριο της Arizona για κακούργημα , αλλά ο δικηγόρος του απέδειξε ενώπιον του Supreme Court ότι ο πελάτης του δεν γνώριζε καν ότι είχε δικαίωμα σε δικηγόρο υπεράσπισης ή ότι δικαιούνταν να σιωπήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της προδικαστικής διαδικασίας, όπως προβλέπονταν ήδη ρητά στο Σύνταγμα (5η και 6η τροπολογία).

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα όργανα καταστολής έχουν υποχρέωση να ταυτοποιούνται, καθώς και να ενημερώνουν "ρητά" τον υπόδικο για το δικαίωμα σιωπής/ δικαίωμα του σε δικηγόρο κατά τη σύλληψη .


8. District of Columbia, 2008

H περιφέρεια της Columbia (δεν είναι πολιτεία) πέρασε νόμο που απαγόρευε την οπλοφορία στην περιφέρειά της. Ο Dick Heller, αστυνομικός στο επάγγελμα, ισχυρίστηκε ότι χρειαζόταν το όπλο και εκτός υπηρεσίας, στο σπίτι του, για αυτοπροστασία. 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η 2η τροπολογία (2nd Amendment) ισχύει ακόμα και σε ειδικές περιφέρειες και εδάφη, όχι μόνο σε πολιτείες, και διασφαλίζει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα/αυτοπροστασία.
Ήταν η πρώτη και μοναδική ως τώρα φορά, που το Δικαστήριο ασχολήθηκε και έκρινε υπέρ της οπλοφορίας.
Σχολιαστές αναφέρουν ότι στην εν λόγω απόφαση έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι 5 από τους συνολικά 9 δικαστές είχαν διοριστεί από ρεπουμπλικάνους Προέδρους, ενώ οι 4 δικαστές, που ήταν κατά της οπλοφορίας, είχαν διοριστεί από δημοκρατικούς Προέδρους. Η απόφαση ελήφθη με πλειοψηφία 5-4.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Βαράνε οι τυμπανιστές, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται, το σασπένς σε πλήρη εξέλιξη, τι θα μας φέρει το 2018, ο αέρας ζέχνει ακόμα μνημονιακή αποφορά, τα στοιβαγμένα με εξαθλιωμένους νεοπτωχους δικηγόρους βαγόνια είναι εγκλωβισμένα από καιρό στα κρεματόρια του οικονομικού Αουσβιτς. Η περαιτέρω αποψίλωση, εκκαθάριση του δικηγορικού σώματος συνεχίζει ως εκπολιτισμένη Sonderbehandlung, αλίμονο, πώς θα μπορούσε αλλιώς, έχουμε και ΣτΕ, έχουμε και ευρωπαϊκά δικαστήρια.
Ο σύνδικος πτώχευσης δεν προλαβαίνει να καταγράφει τις αναγγελόμενες απαιτήσεις του υπάρχω που ψιθυρίζονται στα κρυφά , ανάμεσα στις φαναφαρόνικες αγορεύσεις στο ακροατήριο των αντικατοπτρισμών. Και αυτές όμως θα εξαϋλωθούν. Σύντομα. Όχι σε απώτερο χρόνο.
Πρώτα βέβαια, ο επιθανάτιος ρόγχος θα ηχεί υπό μορφή απειλών, εκδιωγμών στα μουδιασμένα σώματα των καφκικών υπηρετών της βιασμένης Θέμιδας καθώς προσπαθεί να καλλωπιστεί μπροστά στο είδωλο της τεθλασμένης πραγματικότητας που άφησε πίσω της η λαίλαπα. Μέσα στα συντρίμμια της. Όλα νομοτύπως ασφαλώς, μα η επωδός της μνημονιακής συγχορδίας εξακολουθεί να ηχεί μονότονα στα σπαραλιασμένα όνειρα, όποιος δεν πληρώνει εισφορές, παροχές, συνδρομές, εκδιώχνεται ασκαρδαμυκτί.
Νέο έτος λοιπόν, και στις προθέσεις του δυστοπικού καλενταρίου καταγράφεται η δεύτερη μαζική έξοδο των δικηγόρων . Οχι παιξε -γέλασε. Από δικηγόρος, έμμισθος, απο εκεί υπάλληλος, μετά λέφτερος.
Δεν σώζεται η κατάσταση με τίποτα, από κανέναν δικηγορικό σύλλογο , ολομέλεια και όπως αλλιώς τα λένε αυτά τα κλαμπ, δεν κατάλαβα εξάλλου ποτέ τι κάνουν εκεί μέσα, καμία αγωνιστική δράση δεν λαμβάνεται υπόψη παρά μόνο αυτή που σκοπεύει τον αυτοσαρκασμό. Το σπίτι σαλεύει συθέμελα, κανείς δεν μπορεί να ανατρέψει την πορεία προς αυτό που επιτάσσει η ανάγκη. Το Zeitgeist. Αδιαπραγμάτευτο.
Τι να κάνουμε λοιπόν;
Τίποτα. Το μόνο που μπορεί να κάνει ούτως ή άλλως κανείς μπροστά στο αναπόδραστο, είναι μόνο αυτό: Να βάλει Βαλκυρία του Ριχάρδου, να πιάσει καλή θέση στο θεωρείο και να απολαύσει την ομορφιά της συντριβής. Του ιδίου και αυτής των άλλων.

Καλή θέαση.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για Gerechtigkeit

Είναι η νομική επιστήμη, επιστήμη;




Η κλασσική απάντηση του δικηγόρου είναι:
Εξαρτάται. Παρακάτω θα επιχειρηθεί να καταδειχτεί από τι ακριβώς εξαρτάται. Δεν θα απαντήσουμε δηλαδή με ένα ναι ή όχι, αλλά σκοπός είναι δώσει στον αναγνώστη τα υλικά εκείνα που θα του επιτρέψουν να σχηματίσει μόνος του άποψη επί του θέματος.

Καταρχάς το αν η νομική επιστήμη είναι επιστήμη,  καθορίζεται κατεξοχήν από τον ορισμό της έννοιας «επιστήμη». Οι απαρχές της σύγχρονης κατανόησης της έννοιας «επιστήμη» αναζητούνται στην αρχαιότητα και μάλιστα στη κλασσική περίοδο της ελληνικής Φιλοσοφίας. Συνεπώς πρέπει να ξεκινήσει η έρευνα μας από εκεί. 


I. Η επιστήμη στην αρχαιότητα

1. Δόξα (άποψη) και γνώση (επιστήμη)
Στους πλατωνικούς διαλόγους αναφέρεται η γνώση ως η δίκαιη, πραγματική πεποίθηση ή τεκμηριωμένη άποψη.
Στην αρχαία φιλοσοφία διέκριναν μεταξύ της δόξας (άποψης) και επιστήμης (γνώσης). 
Έτσι, γνώση, κατά την έννοια της προσωπικής πεποίθησης, δεν αποτελούσε η άποψη , αν η τελευταία δεν επαληθευόταν, δεν τεκμηριωνόταν με τη λογική. Ενώ πραγματική γνώση υπήρχε αν ο ισχυρισμός τεκμηριωνόταν με τη λογική: Όποιος έλεγε την αλήθεια μόνο κατά σύμπτωση, δεν κατείχε πραγματική γνώση. 
Από τα παραπάνω προκύπτει ο διαχωρισμός: Απόψεις πάσης φύσεως, όπως και η πίστη καθαυτή, δεν αποτελεί γνώση. Γνώση πρέπει να είναι α) αληθινή και β) να τεκμηριώνεται ορθολογικά.
Εφαρμόζοντας το παραπάνω αξίωμα στη νομική (θα δούμε παρακάτω τι είναι), προκύπτει ήδη ο πρώτος διαχωρισμός: Ηθικές και νομικές αποφάσεις δεν μπορούν να είναι «αληθινές». Μιλάμε πάντα για δίκαιες αποφάσεις, όχι όμως για «αληθινές» ή «ψευδείς» δικαστικές αποφάσεις.



2. Η αρχαία ταξινόμηση της επιστήμης: Φυσική – Ηθική – Λογική 

Η αρχαία φιλοσοφία ταξινομεί το πεδίο της επιστήμης σε τρία επιμέρους πεδία: στη Φυσική, την Ηθική και τη Λογική .

Η Φυσική ασχολείται με την παρατήρηση και επεξήγηση των φυσικών φαινομένων. Η Ηθική με το «αγαθό» και το «κακό» και δη σε σχέση με την πόλις, δηλαδή την κοινωνία. Η Λογική πραγματεύεται τους κανόνες της ορθής σκέψης. 
Με άλλα λόγια: Η φυσική ασχολείται με τα «υπάρχοντα» φυσικά φαινόμενα , με το «είναι». Κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει στο πεδίο της Ηθικής: Η Ηθική δεν δίνει απάντηση στο «πώς» συμπεριφέρονται πραγματικά οι άνθρωποι,  αλλά όπως θα «έπρεπε» να συμπεριφέρονται. Το αυτό ισχύει και για τη λογική: Δεν χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, αλλά το πώς θα έπρεπε να σκέπτονται. 
Από το παραπάνω τριαδικό σύστημα προκύπτει το εξής τρίπολο: 
ΕΙΝΑΙ – ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ – ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ

Η Ηθική και η Λογική είναι επιστήμες που πραγματεύονται το «πώς θα έπρεπε να είναι» κάτι, ενώ η Φυσική ασχολείται με το «είναι», με άλλα λόγια, η Ηθική και η Λογική είναι κανονιστικές επιστήμες, ενώ η Φυσική είναι «θετική» επιστήμη, δηλαδή επιστήμη που περιγράφει.   
Αν θέλαμε να ταξινομούσαμε την Νομική στο παραπάνω σχήμα , τότε θα έπρεπε να την καταχωρήσουμε αναγκαστικά στην Ηθική: Η Νομική είναι υποπερίπτωση της εφαρμοζόμενης Ηθικής , που πραγματεύεται την προσωπική ηθική, το γενικά ισχύον αγαθό στην πολιτική και την οικονομία. 


3. Θεωρία – Πράξη - Ποίηση
Πέραν της παραπάνω τριχοτόμησης των επιστημών , η αρχαία φιλοσοφία γνωρίζει και μια άλλη διάκριση πάνω στον γνωστικό ορίζοντα: Χρησιμοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη και έχει τη σημασία της, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γενικές σπουδές από τον Μεσαίωνα ως τη νεότερη εποχή , είχαν τα γραπτά του Αριστοτέλη ως μπούσουλα στα βασικά μαθήματα τους. 


Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη,  υπάρχουν τριών ειδών γνώσεις και διακρίνονται από το εάν υπηρετούν κάποιον εξωτερικό σκοπό ή είναι απλώς αυτοαναφορικές, δηλαδή εμπεριέχουν οι ίδιες τον σκοπό τους. Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει αυτά τα τρία είδη γνώσεων ως 

ΘΕΩΡΙΑ – ΠΡΑΞΗ – ΠΟΙΗΣΗ 

Υπάρχει δηλαδή θεωρητική, πρακτική και ποιητική γνώση.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η θεωρητική γνώση είναι η ανώτερη μορφή γνώσης, και αρμόζει στους σοφούς. Η θεωρητική γνώση λογίζεται ως η τελείως αποκομμένη από κάποιον εξωτερικό σκοπό παρατήρηση της φύσης και τους κανόνες που τη διέπουν. Είναι αποκομμένη από κάποιον εξωτερικό σκοπό/ στόχο.  Η θεωρητική γνώση εμπεριέχει τον σκοπό της (γνώση για τη γνώση) και δεν υπηρετεί τίποτε άλλο. 
Όταν ανακάλυψε πχ. ο Άινσταιν τη γενική θεωρία , δεν κυνηγούσε κάποιον σκοπό, δεν είχε πρακτική εφαρμογή η ανακάλυψή του, το έκανε απλώς για τη χαρά της γνώσης. 
Το αντίθετο ισχύει με τις πρακτικές γνώσεις (εφαρμοζόμενες) και την ποιητική γνώση, πάντα κατά τον Αριστοτέλη: 
Η ποίηση αποσκοπεί σε ένα «έργο», είτε είναι ποίημα, είτε ένα αρχιτεκτόνημα, είτε  ένας πίνακας ζωγραφικής. Ποιητική γνώση είναι τεχνική γνώση. Αποσκοπεί πάντα σε κάτι. Το υπηρετεί εξαρχής.  

Η πρακτική γνώση τέλος, κατά τον Αριστοτέλη, έχει να κάνει με τις συναλλαγές και δη με τη συναλλακτική ηθική του κάθε πολίτη. Η πρακτική γνώση είναι γνώση περί του κακού και κακού πάνω στις πράξεις μας, σε σχέση με τον συνάνθρωπό μας / σε σχέση με την Πόλις. 
Η πρακτική γνώση λοιπόν κατά τον Αριστοτέλη, δεν είναι τόσο ευγενής όπως η θεωρητική γνώση. Υπερτερεί όμως της τεχνικής/ ποιητικής γνώσης, καθότι – σε αντίθεση με αυτήν – είναι και αυτή, όπως η θεωρητική αν και σε ελάσσονα βαθμό, αυτοαναφορική.  
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά τον Αριστοτέλη η νομική επιστήμη καταχωρίζεται στο παραπάνω σχήμα στην ΠΡΑΞΗ, αφού ασχολείται με τις δίκαιες πράξεις/  συναλλαγές/ σχέσεις του ανθρώπου σε σχέση με την κοινωνία. 



4. Αρχές

Όλη η γνώση βασίζεται στην εμπειρία κατά τον Αριστοτέλη. Εμπειρία είναι όμως η γνώση του καθενός ατομικά, και έτσι αποτελεί απλώς το πρώτο σκαλοπάτι της πραγματικής γνώσης. Ο έμπειρος γνωρίζει απλώς το «πώς», όχι όμως το «γιατί» . Ο σοφός γνωρίζει τόσο τις αιτίες όσο και τις αρχές πάνω στα οποία βασίζεται η εμπειρία. 
Γνώρισμα της γνώσης , σε αντίθεση με την εμπειρία, είναι η ικανότητα να διδάσκεις τη γνώση. Η διδαχή της γνώσης προϋποθέτει τη γνώση των αιτιών και των αρχών της. Με άλλα λόγια: Η απλή συσσώρευση δεδομένων δεν αποτελεί ακόμα γνώση. (Στον κόσμο της πληροφόρησης του σήμερα, πόσοι είναι γνωστικοί και πόσοι απλώς ενημερωμένοι;) 
Εφαρμοζόμενα στην επιστήμη: Η επιστήμη προϋποθέτει τη γνώση των αιτιών και την αναγωγή των στα αξιώματα που τη διέπουν. Δεν αρκεί η γνώση του «πώς» (εμπειρία), απαιτείται επιπλέον και η γνώση των βασικότερων νόμων/αιτιών δηλαδή του «γιατί». 

5. Επιστήμη και φρόνηση , Αναγκαιότητα και Ενδεχομενικότητα  
Συνέπεια του επιστημονικού ορισμού είναι και ο διαχωρισμός μεταξύ δυο θεματικών πεδίων της γνώσης , κατά τον Αριστοτέλη: Το ορθολογικό τμήμα του πνεύματος διαχωρίζεται σε δυο επιμέρους τμήματα που αποσκοπούν σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις:
Το πραγματικό του ενός αντικειμένου ενασχόλησης, χαρακτηρίζεται από αναγκαιότητα, είναι έτσι όπως είναι, και δεν επιδέχεται αλλαγές. Και επειδή δεν αλλάζουν «αυτά που είναι»,  είναι αιώνια (αναγκαιότητα).  
Το πραγματικό του άλλου αντικειμένου μπορεί να τύχει αλλαγών, δηλαδή στο πεδίο αυτό οι συμπεριφορικοί κανόνες ενδέχεται να είναι έτσι ή αλλιώς (ενδεχομενικότητα) .
Στην εποχή του ρασιοναλισμού γίνεται ήδη διαχωρισμός σε αλήθειες συμπεριφοράς και αλήθειες γεγονότων. 

Από τα παραπάνω συνάγεται το αριστοτελικό συμπέρασμα ότι επιστήμη είναι μόνο αυτό που ασχολείται με το «αναγκαίο» δηλαδή αιώνιο, σταθερό, αμετάβλητο. Επειδή οι συμπεριφορές δεν είναι κατά κανόνα αναγκαίες, αιώνιες, αμετάβλητες, δηλαδή επειδή οι συμπεριφορές ως εφαρμοζόμενη ηθική μεταβάλλονται ανά τις εποχές, για αυτό χαρακτηρίζονται από ενδεχομενικότητα. 
Έτσι η Ηθική και μαζί της το «Δίκαιο» ως θυγατρική της παράμετρο, εκφεύγουν του ορισμού της επιστήμης κατά τον Φιλόσοφο.
Αντικείμενο της συμπεριφορικής επιστήμης είναι η φρόνηση (εξυπνάδα). Διότι τη φρόνηση τη χρειαζόμαστε στη σκέψη. Κανείς όμως δεν σκέπτεται για κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει και είναι δεδομένο. 
Και σήμερα ακόμα, διδάσκεται στα Πανεπιστήμια η iu-risprudencia , που σημαίνει στα λατινικά «νομική φρόνηση», κάτι που δεν έχει σχέση κατά τον Αριστοτέλη (η φρόνηση) με την επιστήμη. 
Συμπερασματικά λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη επιστήμη είναι μόνο εκείνος ο τομέας της γνώσης που ασχολείται με το αιώνιο, το αμετάβλητο, το αναγκαίο. Και τι άλλο εκτός από τους νόμους της φύσης, τα μαθηματικά  και τη λογική θα μπορούσε να είναι αυτή η ενασχόληση; Κατά τον Αριστοτέλη, μόνο τα παραπάνω πεδία θα λάμβαναν τον τίτλο της επιστήμης. 


II. Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Αντικείμενο
Αντικείμενο της νομικής «επιστήμης» είναι το δίκαιο. 
Νομική είναι η διδασκαλία του δικαίου. 
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν εφεύρει ακόμα τη νομική επιστήμη, τη jurisprudence. 
Αυτό το κάναν μετέπειτα οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Αρμόδιοι δικαιοδοσίας, δηλαδή αρμόδιοι να εκδίδουν δικαστικές αποφάσεις ήταν οι Πραίτορες, αιρετοί αξιωματούχοι, που ήταν κατά βάσιν ερασιτέχνες νομικοί. Η απονομή δικαίου δεν αποτελούσε δηλαδή το κύριο αντικείμενο ενασχόλησής τους. Κατά την ανάληψη των αρμοδιοτήτων τους διακύρρηταν υπό ποιες προϋποθέσεις θα δέχονταν, δηλαδή θα γίνονται κατά τον χρόνο διακυβέρνησής τους, δεκτές οι αγωγές. Εδώ εδράζεται η απαρχή των «νομικών βάσεων» που χρησιμοποιούμαι ως και σήμερα. 
Μέχρι το 250 μΧ. είχαν συλλεγεί από τους νομομαθείς αποφάσεις, εδίκτα και σχολιασμοί σε τόμους, που αποτέλεσαν εν συνεχεία εγχειρίδια διδασκαλίας. Και σήμερα ακόμα , ο πυρήνας ενασχόλησης με το δίκαιο είναι ίδιος με αυτόν των Gaius, Ulpian, Paulus: Η Νομική είναι μέχρι και σήμερα δικαϊκός δογματισμός.  Η νομική είναι κατά βάση εφαρμοζόμενη «επιστήμη» : Καταστρώνει προτάσεις πώς θα πρέπει να κριθούν συγκεκριμένες υποθέσεις. Και στο πλαίσιο αυτό ρωτά, ποιοι νομικοί κανόνες θα εφαρμοστούν , πώς θα πρέπει αυτοί να ερμηνευτούν. 

Αν υποτεθεί τώρα ότι οι νομικοί κανόνες δεν είναι παρά κανόνες πώς θα τύχουν μεταχείρισης πραγματικά περιστατικά, τότε δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί και η συνέπεια ότι οι ίδιοι κανόνες θα καθορίζουν από μόνοι τους «πότε» και «πώς» θα εφαρμοστούν στην κάθε περίπτωση. Αυτό είναι πιο πολύ έργο και αποστολή της νομικής επιστήμης ως δογματικό εργαλείο διδασκαλίας του δικαίου: Δημιουργεί κανόνες για την εφαρμογή των κανόνων. 


Θεματική της νομικής επιστήμης δεν είναι ο κανόνας καθεαυτόν, αλλά ο θετικός κανόνας, δηλαδή το θετό δίκαιο, αυτό που έχει νομοθετηθεί από κάποιον νομοθέτη: Στην αρχαία Ρώμη από τo Senat, αργότερα από τον Καίσαρα, σήμερα από τα κοινοβούλια.  
Ξαναφέρουμε λοιπόν το ερώτημα που μας απασχολεί εξαρχής:
Είναι η νομική ως δικαϊκός δογματισμός, που ασχολείται με την εφαρμογή θετικού δικαίου, επιστήμη;


III. Κριτική και στρατηγικές προσαρμογής της νομικής επιστήμης

1. «Η αναξιότητα της νομικής ως επιστήμης» (von Kirchmann)

Η πιο δημοφιλής επίθεση κατά του ισχυρισμού που θέλει τη νομική επιστήμη να συγκαταλέγεται στις επιστήμες, προήλθε από έναν Εισαγγελέα ονόματι Julius Hermann von Kirchmann το φθινόπωρο του 1847 κατά τη διάλεξη του σε ακροατήριο Νομικών στο Βερολίνο:  «Όταν η επιστήμη ενθυλακώνει στο πεδίο εφαρμογής της το τυχαίο, τότε γίνεται και η ίδια μια τυχαιότητα: Τρεις λέξεις να αλλάξει ο νομοθέτης, και αλλάζουν ολόκληρες βιβλιοθήκες»
Ο Kirchmann θέτει εδώ δυο παράγοντες ως δεδομένους: πρώτον ότι αντικείμενο της νομικής είναι το θετό δίκαιο και δεύτερον ότι κάτι το εφήμερο και τυχαίο, όπως είναι ένας κανόνας δικαίου, δεν μπορεί να είναι επιστήμη. Και αυτό γιατί κάθε κανόνας δικαίου μπορεί να έχει το δείνα ή το τάδε περιεχόμενο, να μεταβάλλεται, να καταργείται, να τροποποιείται. Είναι με άλλα λόγια τυχαίο. Από εδώ βλέπουμε ότι, αν κάτι τυχαίο δεν μπορεί να είναι επιστήμη , τότε το αντίθετό του, δηλαδή το «αναγκαίο», το «αιώνιο», μπορεί (όπως ισχυρίστηκε ο Αριστοτέλης δηλαδή).   

2. Το φυσικό δίκαιο ως αντίλογος

Ανά τους αιώνες νομοδιδάσκαλοι και νομομαθείς προσπαθούσαν να καταρρίψουν τυχόν ενστάσεις που εδράζονταν πάνω στο εφήμερο και τυχαίο της νομικής, με το επιχείρημα ότι υπάρχει πέραν του θετού δικαίου και έναν δίκαιο που είναι αμετάβλητο, αιώνιο, αναγκαίο. Συνεπώς εφόσον η νομική ασχολείται και με το δίκαιο αυτό, που ονομάστηκε φυσικό δίκαιο, άρα συγκαταλέγεται στις επιστήμες. 
a) Η απάντηση είναι καταφατική , prima facie: Από τότε που υπάρχουν νοητικά ερεθίσματα πάνω στο τι είναι δίκαιο, γίνεται αυτομάτως διάκριση μεταξύ του κανονιστικού και φυσικού δικαίου. 

»Όχι, αν η εξουσία των Τυράννων υπερβεί τα όρια και καταστεί ανυπόφορη, αδράζει προς τον ουρανό και κατεβάζει τους αιώνιους κανόνες του που επικρέμανται άχρονοι εκεί πάνω, άφθαρτοι όπως τα αστέρια ...«
Schiller, Wilhelm Tell
Στην εποχή του ρασιοναλισμού και του διαφωτισμού, το φυσικό δίκαιο άνθισε κυριολεκτικά. Η εποχή του ρασιοναλισμού χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της βεβαιότητας: Η ιδανική μέθοδος του είναι η γεωμετρία. Θεωρήθηκε μάλιστα ότι η γεωμετρική μέθοδος θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στο δίκαιο του Λόγου. Όπως δηλαδή στη Γεωμετρία μπορούν να εξαχθούν από τα «σωστά» αξιώματα λογικά συμπεράσματα, έτσι θα μπορούσε ο άνθρωπος με τη σωστή σκέψη να δημιουργήσει «σωστά» νομικά αξιώματα, τέτοια δηλαδή που είναι καθολικά, αιώνια, αμετάβλητα, αναγκαία. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η αξίωση καθολικότητας των νομικών αρχών καταρρίφθηκε από τα ιστορικά δεδομένα του 19ου αιώνα: Ο αιώνας αυτός ήταν ο αιώνας των μεγάλων κωδικοποιήσεων και του θετικού δικαίου όλα τα καθολικά αξιώματα 

b) Ίσως όμως παρά ταύτα, να υπάρχει κάτι στο δίκαιο που να είναι πραγματικά αιώνιο και αναγκαίο; 
Απάντηση δίνει ο Καντ στο «Εισαγωγή στη νομοδιδασκαλία». 
Στο έργο αυτό θέτει ως δεδομένο ότι πολλοί άνθρωποι πρέπει να συμβιώσουν σε έναν πεπερασμένο χώρο. Και δίκαιο ονομάζει ο Καντ εκείνη την κατάσταση , στην οποία η ελευθερία του ενός ανθρώπου συνάδει, συμφιλιώνεται με την ελευθερία του άλλου ανθρώπου. Έτσι προκύπτει μια αναγκαιότητα στο να υπάρξουν κανόνες που να επιτρέπουν αυτήν την κατάσταση, που να την κάνουν πραγματική. Το νομικό σύστημα  του Καντ θέτει απαραίτητους κανόνες αυτής της συμβίωσης: Πρώτον η Αρχή της ίσης ελευθερίας όλων. Περαιτέρω, απαραίτητοι και αναγκαίοι είναι θεσμοί Κανόνας δικαίου, Πρόσωπο, Πράγμα, Νομή, Κυριότητα, Υπαιτιότητα και Σύμβαση.
Κατά τον Καντ, επιστήμη στο υπάρχον πλαίσιο μπορεί να είναι μόνο αυτή που μας δίνει απαντήσεις τι είναι καταρχήν το δίκαιο και τι το άδικο και τι διακρίνει τα δυο. Το τι είναι δίκαιο ανά περίπτωση, αυτό, κατά τον Καντ, δεν είναι θεματική κάποιας επιστήμης, αλλά αντικείμενο εξέτασης των δικαστηρίων, που θα εφαρμόσουν το θετικό δίκαιο. 
Γίνεται λοιπόν ένας διαχωρισμός μεταξύ της Νομοδιδασκαλίας (τι είναι δίκαιο και τι άδικο) και της Jurisprudenz, που θα κληθεί να εξηγήσει πάνω στη βάση του θετικού δικαίου τι εστί δίκαιο πάνω στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά τον Καντ, η Jurisprudenz δεν είναι επιστήμη, γιατί απλώς εφαρμόζει κανόνες δικαίου πάνω σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Το σκέλος αυτός της εφαρμογής του δικαίου από τα δικαστήρια, ο Καντ – όπως και ο Αριστοτέλης – το συγκαταλέγει στη νομική «φρόνηση» δηλαδή όχι στις επιστήμες. Μόνο το πρώτο σκέλος, (τι εστί δίκαιο), ως νομική φιλοσοφία, θα μπορούσε να θεωρηθεί επιστήμη κατά τον Καντ. 

3. Νομική ως Λογική;

Μέχρι τον 21ο αιώνα οι νομικοί κόμπαζαν ότι η νομική επιστήμη είναι επιστήμη διότι η επαγωγή ενός πραγματικού ιστορικού κάτω από έναν κανόνα δικαίου είναι ένας παραγωγικός συλλογισμός (Deduktion) και για αυτό, τι θα μπορούσε να είναι πιο επιστημονικό από τη χρήση της ίδιας της Λογικής; 
Δυστυχώς για αυτούς, ο επαγωγικός συλλογισμός (πραγματικό κάτω από τον κανόνα δικαίου) δεν είναι καθαρά λογικός συλλογισμός:  
Το αν μια μπότα είναι επικίνδυνο εργαλείο κατά το άρθρο 309 ΠΚ, το αν η δωρεά σε ανήλικο είναι αμιγώς επωφελής για αυτό , δεν εξηγείται , δεν έχει σχέση με κανόνες της λογικής. 

4. Νομική ως κοινωνική επιστήμη;

Τη δεκαετία του 70, επιχειρήθηκα να ταξινομηθεί η νομική ως κοινωνική επιστήμη , για να λάβει ένα κομμάτι από την επιστημονικότατα της τελευταίας: Η ιστορία του δικαίου, η κοινωνιολογία του δικαίου , το συγκριτικό δίκαιο , είναι όλα επιστήμες του «είναι». Περιγράφουν, παρατηρούν, επεξηγούν μια κατάσταση του είναι. Αλλά δεν μας λένε τίποτε για την κατάσταση που «θα έπρεπε να είναι». 
Οι νομικοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους για να πιθανολογήσουν πώς θα κρίνει ένα ζήτημα το ανώτατο δικαστήριο. Αλλά ο σκοπός της νομικής επιστήμης ως νομικός δογματισμός δεν είναι να λέει πώς «θα» αποφασίσει το δικαστήριο, αλλά το «πώς πρέπει» να αποφασίσει  το δικαστήριο. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η κοινωνιολογία της νομικής είναι άνευ ενδιαφέροντος: Είναι πάντα κρίσιμο να γνωρίζει ο επιστήμονας την κοινωνική θέση και ιστορία του εκάστοτε δικαστή και το πώς επηρεάζουν οι κοινωνικές του καταβολές τη δικανική του κρίση. 
Όμως υπενθυμίζουμε ότι η νομική είναι ένας κλάδος της Ηθικής που εξετάζει «το πώς πρέπει να είναι» (μια απόφαση). Όχι την ίδια την απόφαση και τους (κοινωνιολογικούς) λόγους που την γέννησαν. 


IV. Θετικές επστήμες – θεωρητικές επιστήμες 
Η παραπάνω διάκριση των επιστημών προέκυψε από μια ιστορική αναγκαιότητα: Στα τέλη του 19ου αιώνα οι θετικές απαντήσεις σάρωναν κυριολεκτικά παντού και έδιναν απαντήσεις εκεί που άλλες επιστήμες είχαν μόνο ερωτήσεις. Από αυτήν την κατάσταση της συνεχόμενης απαξίωσης των μη θετικών επιστημών, δημιουργήθηκε από τους Γερμανούς  Wilhelm Dilthey und Heinrich Rickert η διάκριση μεταξύ θετικών και θεωρητικών επιστημών. 

Κατά τον Rickert ταξινομούνται αρχικά οι επιστήμες σε δυο κύριες κατηγορίες,  αν τις διαχωρίσουμε με δυο κριτήρια: του «αντικειμένου» και της «μεθόδου».

1. Αντικείμενο

- Φύση. Αντικείμενο των θετικών επιστημών είναι η Φύση, δηλαδή αυτού που δημιουργήθηκε από μόνο του, το αυτοφυές. Σε αυτή λοιπόν την κατηγορία, θα πρέπει να συγκαταλεγεί και το πνεύμα, καθώς το τελευταίο μπορεί να παρατηρηθεί, μετρηθεί από την Νευροεπιστήμη όπως κάθε φυσικό αντικείμενο παρατήρησης. 
- Πολιτισμικό . Εξ αντιδιαστολής οτιδήποτε δεν είναι αυτοφυές αλλά έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο προς εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού, θα πρέπει κατά το παραπάνω δίπολο να συγκαταλέγεται στην έννοια του «πολιτισμικού».
Υπό αυτήν την ταξινόμηση, η νομική τοποθετείται αναμφίβολα στις «πολιτισμικές» επιστήμες. Διότι αντικείμενο της είναι τοι δίκαιο και αυτό είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο. 



2. Μέθοδος:

Επεξήγηση - Κατανόηση

Παρατηρώντας τις δυο αυτές κατηγορίες μέσα από το φορμαλιστικό πρίσμα της Μεθόδου, , τότε καταλήγουμε αναγκαστικά να θεωρήσουμε ότι η μεθοδική προσέγγιση εφαρμόζεται μόνο στις θετικές επιστήμες: 
Από τη μια, οι θετικές επιστήμες είναι εμπειρικές επιστήμες. Μέσω της παρατήρησης αποσκοπούν στην επαγωγή νόμων, θεωριών, κανόνων δηλαδή γενικής εφαρμογής και εγκυρότητας. Τούτο δοθέντος, «νομολογούν» δια του παραγωγικού συλλογισμού ad hoc, ανά συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση και εξάγουν τα αποτελέσματα πειράματος. 

- Ποια είναι όμως η μέθοδος των πολιτισμικών επιστημών; Υπάρχει καταρχήν ενιαία μέθοδος που να εφαρμόζεται σε όλες αυτές τις επιστήμες; 
Οι επιστήμες αυτές εξετάζουν κοινωνικά/πολιτισμικά φαινόμενα, δηλαδή γεγονότα ή καλύτερα «πράξεις» ανθρώπων.  Πώς εξηγείς όμως πράξεις ανθρώπων; Όχι δια των φυσικών νόμων. Οι πράξεις μπορούν να εξηγηθούν μέσω των σκοπών που υπηρετούν και των κινήτρων που τις επιτάσσουν. Όταν ρωτούμε γιατί ο Χ έδραζα κατά αυτόν τον τρόπο, τότε αναζητούμε ένα κίνητρο ή ένα σκοπό της πράξης. Μόνο τότε κατανοούμε την πράξη καθεαυτήν. 
Υπό την διαχωριστική της «επεξήγησης - κατανόησης» καταλήγουμε στην εξής ταξινόμηση: Οι θετικές επιστήμες προσπαθούν να «εξηγήσουν» φυσικά φαινόμενα, πολιτιστικές επιστήμες προσπαθούν να «κατανοήσουν» πολιτιστικά φαινόμενα. 
Και η νομική δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως πολιτιστική επιστήμη που προσπαθεί να «κατανοήσει» πολιτιστικά φαινόμενα. Όχι να εξηγήσει.


3. Η αξία του δικαϊκού δογματισμού 

Όπως παραθέσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, επιστήμη μπορεί να είναι μόνο ό,τι είναι 1) αληθινό, και 2) ορθολογικά τεκμηριωμένο. Έτσι, ένας ψευδής ισχυρισμός δεν μπορεί να είναι ποτέ επιστημονικός. 
Όμως η ιστορία της επιστήμης, όλων των επιστημών, δεν είναι μόνο μια αέναη παράθεση αληθινών ισχυρισμών αλλά παράλληλα ή ταυτόχρονα και μια ιστορία λαθών, ανακριβειών και πλανών. Ο ορισμός της επιστήμης δεν είναι ταυτόσημος με αυτόν της αλήθειας. Για αυτόν το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας , προσπαθώντας να ορίσει το πεδίο προστασίας της «επιστήμης» το όρισε ως «η σοβαρή – κατά φόρμα και περιεχόμενο – συστηματική προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας»
Αυτό δηλαδή που κάνει την επιστήμη τέτοια, δεν είναι οι ισχυρισμοί της αφ’ εαυτοί, αλλά η σχέση τους με την αλήθεια. Επιστήμη είναι μέθοδος αναζήτησης της αλήθειας. Και το αντίθετο της επιστημονικής μεθόδου δεν είναι η πλάνη, αλλά ο αναληθής ισχυρισμός, δηλαδή ο συνειδητά λανθασμένος ισχυρισμός. 
Στην επιστήμη του δικαίου θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν αναζητεί κάποια αλήθεια, αναζητεί όμως ανά περίπτωση για την «σωστή» απόφαση. Ως μέρος της εφαρμοζόμενης ηθικής , η νομική σχετίζεται με την αξία της δικαιοσύνης. Και γνωρίζουμε ότι το γράμμα του νόμου, η νομολογία δεν συμπίπτουν εννοιολογικά πάντα με τη δικαιοσύνη. 
Όπως κατά τα παραπάνω περιγραφόμενα για την μεθοδική αναζήτησης της αλήθειας , έτσι και η νομική προβαίνει σε μεθοδική αναζήτηση της «»δίκαιης απόφασης». 


V. Επίλογος:
Καίρια σημεία λοιπόν για να μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη νομική επιστήμη είναι αυτά της «αξιακής σχέσης» (με τη δικαιοσύνη) και η μέθοδός που χρησιμοποιεί. 

Η μέθοδος είναι ουσιαστικά ο τρόπος που ερμηνεύουμε, εφαρμόζουμε, αποφασίζουμε . Δεν είναι αυτοσκοπός, διότι το ζωντανό δίκαιο δεν βρίσκεται κρυμμένο στο γράμμα του νόμου αλλά γεννάται στη διάρκεια, στην απόδοση, στην απόφαση. Ο δικαϊκός δογματισμός είναι η πολιτισμική επιστήμη, που δεν ερευνά απλώς το αντικείμενο της, το δίκαιο, αλλά το γεννά.  
* *