Κυριακή 25 Αυγούστου 2013






Ο ορισμός της ευτυχίας εντοπίζεται σ'ένα κενό. Οχι οπως λεμε ενα κενό σχημα λόγου, αλλα σ' ενα πραγματικο κενό και μάλιστα σ' ενα αρνητικο κενό. Σ' ενα gap. Σ'ενα κενό μεταξύ του "θέλω" και του "έχω". Οσο μεγαλύτερο ειναι το κενό μεταξυ αυτων των δυο συνιστωσων, τόσο μεγαλύτερη η δυστυχία του ανθρωπου. Και όλα τα αλλα περι πνευματικων αξιων και της δι ' αυτων απορρεουσας ευτυχιας, ειναι χριστινακα crap. Tο κενό και η δυστυχία τελούν σε αναλογική σχεση μεταξυ τους. Οσο μεγαλυτερο το κενο, τοσο μεγαλυτερη η δυστυχια.Το " θέλω" δεν ειναι απαραιτητα να ειναι παντα υλικής υπόστασης δηλ. να αφορα χρηματα, αλλα ως συνηθως και σε τελική ανάλυση όπως ελεγε ο Καρολος, αφορα πάντα το χρήμα. Ακόμα και η πατριδα πχ., ως το υπερτατο αυλο αγαθο, ειναι εν τελει αθροισμα οικοπεδων, εχον σχεση με χρηματα. Ενιγιουει. Μπορει βεβαια το "θελω" ας πουμε, να ειναι το ξαναντωμαμα με εναν παλιο φιλο, να τα ξαναφτιαξω με την πρωην μου, να ξαναδω τον χαμενο αδερφο μου αλλα στο 99,9 % των περιπτωσεων ,θα εχει αμεσα ή έμμεσα σχεση με χρηματα κι ας αποσκοπει εμφανως σε σκοπο μη χρηματικό οπως τα παραπανω παραδειγματα, που εκλπηρωνονται με χρημα πιο ευκολα. Αφου ας πουμε αν εχω χρηματα, θα τρεξει να με βρει η πρωην μου απο μονη της και ο αδερφος μου θα βαλει την Νικολουλη να με βρει παση θυσια.
 
Το θεμα ειναι οτι, στην επιστημη ειναι δεδομενη η αυξητικη σχεση του "θελω" με το επιπεδο καλλιεργειας, παιδειας, γνωσης του ανθρωπου. Με αλλα λογια, οσο πιο μορφωμενος καποιος, τοσο περισσοτερα τα "θελω " και οι απαιτησεις του.
Η εξελικτικη προεια του ανθρωπου στο διαβα των χιλιετιων, χαρακτηριζεται απο μια συνεχης αλλιεργεια, παιδεια, γνωση. Αρα συμφωνα με τα παραπανω, αναγκαια ειναι και η αυξηση και η πληθυνση των "θελω" του. Τα "θελω" μπορει να μην σταματουν ποτε αφου δεν σταματα η ιστορικη εξελιξη και η συνυφασμενη μαυτην καλλιεργεια του ανθρωπου, σταματουν ομως τα "εχω" του. Δοτι ο μεγιστος αριθμος ισης κατανομης των "εχω' σ ενα κλειστο κυκλωμα οπως ειναι η γη μ αυτο το κοινωνικο συστημα, εχει φτασει και ξεπερασει το πικ του και πηρε ηδη την κατιουσα. Αποτελεσμα: Στο μελλον ολο και περισσοτεροι ανθρωποι καλλιεργημενοι με πολλα "θελω", θα τελουν σε αναντιστοιχια με τα "εχω" τους και θα ειναι πιο δυστυχισμενοι. Επιμυθιον της ολης ιστοριας: Μεινετε οσο μπορειτε πιο αγραμματοι για να εχετε λιγοτερα "θελω" και γι αυτο να μην επιθμειτε τα "εχω". Αλλιως , φτιαξτε ενα αλλο κοινωνικο-οικονομικο συστημα .

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Η σύμβαση με προστατευτική ενέργεια υπέρ τρίτου




Η θεμελιώδης για το ενοχικό δίκαιο αρχή της σχετικότητας των ευθυνών,  είναι εκείνη που κατ’ εξοχήν διέπει και χαρακτηρίζει το ενοχικό δικαϊκό σύστημα όλων των δυτικών χωρών και προτάσσει το αξίωμα, η νομική ενέργεια (ευθύνη ή οφειλή) που γεννάται από μια ενοχική σχέση, να δεσμεύει και να ωφελεί κατά κανόνα μόνο τα συμβαλλόμενα στην ενοχική σχέση μέρη και όχι τρίτους μη μετέχοντα σ’ αυτήν.
Εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα υπάρχει πχ. στις συμβάσεις υπέρ τρίτων, όπου τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στην επίδραση της νομικής ενέργειας από την  μεταξύ τους σύμβαση προς όφελός τρίτου μη μετέχων σ αυτήν (ΑΚ 411). Σ’ αυτήν την περίπτωση,  ο τρίτος αποκτά πρωτογενώς την αξίωση να απατήσει την εκπλήρωση της παροχής στο πρόσωπό του απευθείας από τον έτερο συμβαλλόμενο -οφειλέτη, αν και ο ίδιος ως τρίτος δεν ήταν ποτέ συμβαλλόμενος του. Στο μέτρο αυτό υπάρχει διάρρηξη του inter –partes θεσμού.
Σε επίπεδο όμως δευτερογενών υποχρεώσεων (πχ. αποζημίωση τρίτου λόγω παραβίασης παρεπόμενων υποχρεώσεων του οφειλέτη από την συμβατική σχέση, ο νομοθέτης δεν θέσπισε κανόνες δικαίου που να ρυθμίζουν άμεσα ή έμμεσα τυχόν αξιώσεις τρίτου, και η νομολογία σιώπησε παραπέμποντας στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης, αποκλείοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον τρίτο από την απολαβή ενδεχόμενων συμβατικών αξιώσεων έναντι του ζημιωτή- οφειλέτη.
Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό περί τίνος ο λόγος, ας τεθεί η παρακάτω φαντασιακή (για την ελληνική πραγματικότητα, αλλά πραγματική για τη Γερμανία) υπόθεση:
Γυναίκα μεταβαίνει σε γυναικολόγο για να τοποθετηθεί κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης ενδομήτριο αντισυλληπτικό σπείραμα.
Ο ιατρός το τοποθετεί, πλην το κάνει αμελώς παραβαίνοντας έτσι τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εφαρμογής με αποτέλεσμα η γυναίκα να μείνει έγκυος και ο άντρας να οφείλει διατροφή για το τέκνο. Ερώτηση: Ο άντρας θέλει να στραφεί αστικώς κατά του ιατρού (οι ποινικές ευθύνες δεν ενδιαφέρουν εδώ), μπορεί;
Αξίωση για αποζημίωση από συμβατικές ενοχές δεν υφίστανται εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο άντρας δεν συνεβλήθη ποτέ με τον ιατρό. Επίσης δεν υπάρχουν και αξιώσεις εξ αδικοπραξίας, δεδομένου ότι ο ιατρός ουδέποτε προσέβαλλε έννομο προστατευόμενο αγαθό του αντρός.
Σύμφωνα λοιπόν  με τα ισχύοντα, ο άντρας δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του ιατρού για την πλημμελή παροχή ιατρικών υπηρεσιών.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στην Γερμανία. Εκεί το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο (BGH NJW 2007 989)  έκρινε ότι ο άντρας έχει αξίωση αποζημίωσης από τον ιατρό και μάλιστα απευθείας στο πρόσωπό του.
Ο θεσμός της σύμβασης με προστατευτική ενέργεια υπέρ τρίτου (Vertrag mit Schutzwirkung zugunsten Dritter), είναι κατασκεύασμα της γερμανικής νομολογίας εδώ και πολλά χρόνια , ερχόμενο να «εξοπλίσει με αστικές αξιώσεις σε δευτερογενές επίπεδο»  υπό συγκεκριμένες περιπτώσεις και μόνο συγκεκριμένους τρίτους,  οι οποίοι αν και δεν είναι συμβατικά μέρη έχουν ωστόσο στενή σχέση με τη συμβατική σχέση άλλων, με αποτέλεσμα να δύνανται να αξιώσουν στο πρόσωπό τους αν όχι πρωτογενείς υποχρεώσεις , όπως την εκπλήρωση της παροχής, τουλάχιστον δευτερογενείς υποχρεώσεις όπως πχ αποζημίωση εκ της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής. Στην τελευταία πάντως νομοθετική ρύθμιση του γερμ ΑΚ , ο εν λόγω θεσμός βρήκε επιτέλους το έρεισμά του στο άρθ. 311 γερμ ΑΚ.


Προϋποθέσεις υπαγωγής του τρίτου στον εν λόγω θεσμό :
Η γερμανική νομολογία (BGH) έχει ορίσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις , σε πλήρωση των οποίων  ο τρίτος δικαιούται να αξιώσει απευθείας αποζημίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη (αν και ο ίδιος ποτέ μέρος μια σύμβασης) κατά του οφειλέτη της ενοχικής σχέσης. Αυτές είναι:

α) ο τρίτος να έχει στενή  σχέση με τον δανειστή της αξίωσης. (κλασικό παράδειγμα είναι τα τέκνα που ζούνε με τους γονείς , ο εργαζόμενος σε εργοστάσιο του εργοδότη κλπ. στις οποίες υπάρχει πάντα στενή σχέση μεταξύ δανειστή και τρίτου,)

β) στενή σχέση του τρίτου με την σκοπούμενη παροχή. Ο τρίτος θα πρέπει να έρχεται ή να βρίσκεται σε στενή σχέση με τον απολαμβανόμενο/ επιδιωκόμενο σκοπό/όφελος της πρωτογενούς παροχής της ενδοσυμβατικής σχέσης (πχ. σπιτονοικοκύρης επισκευάζει τις σπασμένες σκάλες του σπιτιού όχι μόνο για το συμβατικό μέρος- μισθωτή του , αλλά και για το παιδί του μισθωτή που ζει στο ίδιο σπίτι).

γ) το δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή στην προστασία του τρίτου και η εξ’ αρχής αντικειμενική διαγνωστικότητα αυτού του συμφέροντος από τον οφειλέτη της ενοχής και

δ) ο τρίτος θα πρέπει να μην έχει δική του αξίωση κατά του οφειλέτη. (βλ παράδειγμα πάνω όπου ο άντρας δεν έχει δική του αξίωση κατά του ιατρού).

Σε περίπτωση που πληρούνται οι πάνω προϋποθέσεις η γερμ. Νομολογία αξιώνει απευθείας στον τρίτο αποζημίωση από ενδοσυμβατική ενοχή από τον οφειλέτη της παροχής, αν και ο ίδιος ως τρίτος δεν συνεβλήθη ποτέ με τον οφειλέτη.

Δημήτρης Δημητριάδης
Δικηγόρος & Rechtsanwalt

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Η διαταγή ποινής

Η διαταγή ποινής

Όλοι γνωρίζουμε τη διαταγή πληρωμής στις αστικές διαφορές. Σου χρωστάει κάποιος λεφτά κι αν έχεις στα χέρια σου τα ντοκουμέντα από τα οποία αποδεικνύεται η αξίωσή σου, πας και αιτείσαι στο αρμόδιο δικαστήριο την έκδοση αυτής της διαταγής που δεν είναι ακριβώς απόφαση αλλά διαταγή του δικαστή που μπορεί να γίνει απόφαση. Συνεπώς ούτε συζητήσεις στο ακροατήριο απαιτούνται, ούτε αναβολές προβλέπονται, ούτε τα βάσανα μιας τακτικής διαδικασίας υπό μορφή κωμειδύλλιου θα υποστεί ο δανειστής. Βάζει ο Δικαστής την τζίφρα του πάνω σε ένα προσυντεταγμένο από το δικηγόρο έγγραφο, και έχει ο δανειστής την πολιτειακή επικύρωση της αξίωσής σου, δηλ. έναν εκτελεστό τίτλο, με τον οποίο πάει και κυνηγά μετά τον οφειλέτη του (και ο θεός βοηθός κατά την αναγκαστική εκτέλεση).  Όλα βέβαια αυτά υπό την προϋπόθεση ότι, δεν θα το παίξει δύσκολος ο οφειλέτης του κι αρχίσει τα τερτίπια των ανακοπών κατά του τίτλου, της κατάσχεσης κλπ.

Αν μεταφέρουμε τώρα αυτή την ιδέα της διαταγής πληρωμής και στην ποινική δικονομία, τότε έχουμε την λεγόμενη διαταγή ποινής! Σε αμφότερες περιπτώσεις δεν κρίνεται από το δικαστήριο η ουσιαστική βασιμότητα της αιτούμενης χρηματικής απαίτησης/ η ουσιαστική βασιμότητας της αποδιδόμενης κατηγορίας.

Δεν πρόκειται για φαντασιακό τέχνασμα του γράφοντος, ούτε για έναν ουτοπικό εφεύρημα της ποινικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για θεσμοθετημένη πρακτική και νομοθετημένη διαδικασίας της ποινικής δικονομίας στη Γερμανία.

ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
Η κυρίαρχη ιδέα του Strafbefehl όπως λέγεται γερμανιστί η διαταγή ποινής, είναι αυτή της διαταγής πληρωμής στις αστικές υποθέσεις. Έτσι και σ αυτήν την διαταγή, απαλλάσσεται η δικαιοσύνη από χρόνο και κόπο, αφού δεν χρειάζεται να γίνει ακροαματική διαδικασία, δεν χρειάζεται να κλητευθεί στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος, δεν είναι απαραίτητο να εισακουστεί, δεν εκδίδεται δικαστική απόφαση, μειώνονται τα έξοδα και ο φόρτος εργασίας της πολιτειακής δικαιοδοσίας. Με λίγα λόγια αποσκοπείται η αποσυμφόρηση των βασανισμένων δικαστών.
Τα οφέλη για τον κατηγορούμενο είναι τα εξής. Δεν  χρειάζεται να εμφανιστεί στον δικαστή, δεν επιφορτίζεται με έξοδα υπεράσπισης του, δεν «λερώνεται» η εικόνα του στο κοινό όπως σε μια δημόσια συνεδρίαση.
Η διαταγή ποινής συνιστά προσωρινή απόφαση, τελούσα υπό αναβλητική ισχύ δεδικασμένου αν δεν ασκηθεί εναντίον της ανακοπή. Όπως και στην διαταγή πληρωμής. Αν ασκηθεί ανακοπή από τον κατηγορούμενο, τότε εισερχόμαστε στη γνωστή διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. Έτσι δεν θίγεται κατ’ αυτήν τη διαδικασία μεταξύ άλλων και το άρθρο 6 ΕΣΔΑ περί δικαιώματος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού είναι « στο χέρι του» υποβάλλοντας ανακοπή, να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου και να προσέλθει σε φυσικό δικαστή. Η διαφορά της διαταγής ποινής με την γνωστή και κανονική ακροαματική διαδικασία σε ποινικό δικαστήριο συνίσταται κυρίως στο ότι, η πρώτη έχει ως διαγνωστική βάση μόνο τα προσκομιζόμενα από την διωκτική αρχή, την εισαγγελία, έγγραφα (όπως και στη διαταγή πληρωμής), από τα οποία ο δικαστής θα διαγνώσει τυχόν διάπραξη εγκλήματος και θα εκδόσει την αιτούμενη από την εισαγγελία διαταγή ποινής.

Η διαταγή ποινής βρίσκεται νομοθετημένη στα άρθρα 407 επ. της γερμ. ΠοινΔικ.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
Απαραίτητη τυπική προϋπόθεση για να εκδοθεί η διαταγή ποινής είναι η συμφωνία περί έκδοσης αυτής μεταξύ εισαγγελίας και αρμόδιου δικαστή αφού χωρίς δικαστή δεν υπάρχει δίκαιο και χωρίς αιτούντα δεν υπάρχει δικαστής (nullo actore, nullus iudex). 
Η διαταγή ποινής δεν εκδίδεται σε καμία περίπτωση για κακουργήματα για τα οποία πρέπει να τηρηθεί απαραιτήτως η πεπατημένη της ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης δεν εφαρμόζεται και στις περιπτώσει όπου κατηγορούμενος είναι ανήλικος κατά το χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, όπως επίσης δεν εκδίδεται σε βάρος κατηγορουμένων που είναι πλέον αγνώστου διαμονής αφού δεν μπορεί να επιδοθεί.
Σύμφωνα με το άρθ. 407 ΚΠΔ, η εισαγγελία δύναται εφόσον από την προκαταρκτική εξέταση προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις κατά του υπόπτου, να υποβάλλει ενώπιον του Πταισματοδικείου ή Μονομελούς Πλημμελειοδικείου έγγραφη αίτηση έκδοσης της διαταγής ποινής για τα φερόμενα διαπραχθέντα πταίσματα ή πλημμελήματα. Η αίτηση αυτή της εισαγγελίας επέχει θέση άσκησης ποινικής δίωξης και μετατρέπει τον ύποπτο σε κατηγορούμενο

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Η αίτηση διαταγής ποινής επέχει όπως ελέχθη θέση άσκησης ποινικής δίωξης εκ μέρους της εισαγγελίας. Συνεπώς πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες και για την άσκηση της «κοινής» ποινικής δίωξης.  Θα πρέπει συνεπώς να υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, να μην προκύπτει από πουθενά ότι αίρεται το άδικο ή ο καταλογισμός της πράξης του κατηγορουμένου  συν, από το αποτέλεσμα της πραγματοποιηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης να προκύπτει αβίαστα κατά τη γνώμη του εισαγγελέα, ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια ακροαματικής διαδικασίας για να αποδειχτεί η ενοχή του κατηγορουμένου. Δηλαδή να υπάρχουν ατράνταχτα έγγραφα στοιχεία εις βάρος του (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση σύλληψης, ενδεχόμενη απολογία του κατά την προκαταρκτική διαδικασία, κατάθεση αστυνομικών οργάνων) , που κατά την κρίση της εισαγγελίας δεν δύναται να αποδυναμωθούν ενώπιον του δικαστηρίου.
Υπό αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η διωκτική αρχή δύναται να αιτηθεί στο δικαστήριο την έκδοση της διαταγής ποινής εις βάρος του υπόπτου/ κατηγορουμένου.

ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΣ
Ο γερμανικός κώδικας καθορίζει στο άρθ. 407 παρ. 2 ΚΠΔ τις έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται εκεί  αποκλειστικά και υπαλλακτικώς. Δύναται λοιπόν ο δικαστής να διατάξει στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή ή πρόστιμο (Geldstrafe), να διατάξει προειδοποίηση υπό την αίρεση της αυτοδίκαιης επιβολής χρηματικής ποινής σε περίπτωση επανάληψης/ νέας τέλεσης (Verwarnung mit Strafvorbehalt), να διατάξει παρεπόμενες ποινές όπως ανάκληση άδειας οδήγησης, αφαίρεση διπλώματος οδήγησης για χρονικό διάστημα.
Επιπλέον, αν και δεν εφαρμόζεται συχνά στην πράξη , ο δικαστής δύναται με αυτόν τον μηχανισμό της διαταγής ποινής, να διατάξει και φυλάκιση του κατηγορουμένου έως 1 έτος υπό αναστολή εκτέλεσης της, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε συνήγορο υπεράσπισης κατά την προκαταρκτική διαδικασία.

Αφού μελετήσει ο δικαστής την αίτηση της εισαγγελίας και τα συνπροσκομισθέντα έγγραφα, εκδίδει κατά κανόνα την αιτούμενη διαταγή ποινής. Μπορεί φυσικά να την απορρίψει αν κρίνει παραδείγματος χάρη ότι, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δεν υφίσταται άδικη, καταλογιστέα πράξη ή αν θέλει να σχηματίσει γνώμη από την φυσική παρουσία του κατηγορούμενου ενώπιον του, οπότε διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης σε τακτική δικάσιμο (Eröffnungsbeschluss).  Αν πάλι συμφωνεί με την αίτηση του Εισαγγελέα, εκδίδει τη διαταγή ποινής η οποία κατόπιν επιδίδεται στον κατηγορούμενο.

ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΟΙΝΗΣ
Μετά την έκδοση της διαταγής ποινής ο κατηγορούμενος έχει προθεσμία 2 βδομάδων από την επίδοση της σ’ αυτόν, να την ανακόψει. Η ανακοπή (Einspruch) που δεν χρειάζεται να είναι τεκμηριωμένη, κατατίθεται σύμφωνα με το άρθρο 410 γερμ ΚΠΔ στο εκδώσαν τη διαταγή δικαστήριο.
Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος παραλείψει εντός της προθεσμίας την άσκηση ανακοπής, τότε η διαταγή αποκτά ισχύ δεδικασμένου και άρα μετά την προθεσμία δεν χωρεί έφεση ή αναίρεση κατά της διαταγής.
Σε περίπτωση που ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, τότε ορίζεται από το δικαστήριο δικάσιμος κατά την οποία η υπόθεση εισέρχεται πλέον στη γνωστή διαδικασία της ακροαματικής διενέργειας. Η εισαγωγή σε τακτική δικάσιμο επέχει θέση κλήτευσης του κατηγορουμένου.
Όταν και εφόσον πραγματοποιηθεί εν συνεχεία η συζήτηση της υπόθεσης, η απόφαση που δημοσιεύει το δικαστήριο αποφαίνεται μόνο περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου κι όχι περί αποδοχής της ανακοπής ή εξάλειψης της διαταγής ποινής.  Αυτή δεν αναφέρεται καθόλου στην  απόφαση.


Οι παραλληλισμοί μεταξύ της διαταγής πληρωμής και της διαταγής ποινής όσον αφορά τη διαδικασία αλλά και τους  κοινούς σκοπούς που αμφότεροι υπηρετούν, είναι πρόδηλοι. Όπως οι διαταγές πληρωμής στις αστικές διαφορές έχουν καταλάβει πλέον ένα τεράστιο μερίδιο στην δικαστική επίλυση των διαφορών, έτσι και η διαταγή ποινής καταλαμβάνει ένα όχι ευκαταφρόνητο μερίδιο ενασχόλησης του γερμανικού ποινικού μηχανισμού, δεδομένου ότι η διαταγή ποινής εφαρμόζεται κατά κόρον σε «μαζικά» εγκλήματα  όπως πχ . μικροκλοπές , φθορά ξένης περιουσίας κλπ.

Ανεξάρτητα με την όποια δογματική επιφύλαξη προσεγγίσει κανείς τον εν λόγω θεσμό, συμβάλει πάντως αναντίρρητα στις αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στον μετριασμό των δικαστικών εξόδων απ΄ όλους τους εμπλεκόμενους και διαδίκους σε αντίστοιχη ποινική δίκη .

























Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Αλήθεια ίσον λογική.

Αλήθεια ίσον λογική. Αλήθεια είναι αυτό που δεν ξεχνιέται. Τόσο απλή και τόσο όμορφη σαν σου φανερωθεί. Την έχεις και την καμαρώνεις. Έρχεται να σε αγαλλιάσει, έρχεται για να σε χαροποιήσει, έρχεται για να σε αποζημιώσει για τον κόπο που έκανες να την βρεις. Προσφέρεται ως κεκτημένο σου για να τη γευτείς! Θέλει όμως πολύ ψάξιμο η πουτάνα. Έκτός κι αν σου έρθει από μόνη της. Έτσι, επειδή είναι καπριτσόζα και, που και που, συστήνεται από μόνη της σε κάποιον που της γυάλισε το μάτι. Είναι σα μια κουβέρτα ζεστή και μαλακή, που θα σκεπάσει το κουρνιασμένο από τον κόπο σώμα και το κουρασμένο από τη σκέψη νου σου. Θα σε κάνει να νιώσεις πλήρης και γεμάτος και θα σου ψιθυρίσει στο αυτί «να, αυτή είναι η εξήγηση». Μετά θα φύγει . Θα χαθεί ξαφνικά απο κοντά σου. Όπως ξαφνικά ήρθε να σε βρεί. Και συ θα αρχίσεις να την ψάχνεις σε νέα μονοπάτια, σε νέους λαβυρινθους του νου.
Δεν θα σε θωρακίσει για το επόμενο ταξίδι. Δεν θα σου αφήσει συντεταγμένες που να την βρεις. Με πυξίδα το ασυνείδητο πάθος σου γι αυτήν και χάρτη μόνο τη λογική. Μόνο με τη λογική βρίσκεις την αλήθεια. Αλλιώς δεν την βρίσκεις με τίποτα λέμε. Όσα ευχέλαια και δεήσεις και να κάνεις. Η λογική είναι μια , και ο μόνος ασφαλής συνοδοιπόρος του ταξιδιού σου. Δεν υπάρχει προσωπική λογική, δικιά μου, δικιά σου, του άλλου. Υπάρχει μόνο μια που ισχύει για όλους. Ο Χέγκελ την αποκαλουσε παγκόσμιο πνέυμα. Είναι κοινό κτήμα όλων των ανθρώπων. Είναι ένας ανεξίτιλος παγκόσμιος χάρτης. Ένα GPS που προυπήρχε του ανθρώπου, που υπάρχει από τότε που υπάρχει άνθρωπος. Όποιος μιλάει για προσωπική λογική, δεν έχει ο ίδιος καμιά λογική. Τράβα λοιπόν και πάνε να την βρεις την αλήθεια. Ο δρόμος δεν θα ναι εύκολος. Γεμάτος φίδια και τέρατα θα ναι. Θα τον διαβείς μέσα από ατραπούς και δύσβατα μονοπάτια. Τσουκνίδες θα σε πληγώνουν τα πόδια όταν θα περπατάς. Θα ‘ ναι θηρία έτοιμα να χιμήξουν και να σε κατασπαράξουν. Υπό μορφή ανθρωποειδών θα εμφανιστούν μπροστά σου. Ελλιποβαρών κατά το νου, κομπλεξικών κατά τον ψυχισμό, δογματικών και ιδεοληπτικών κατά τη συνήθεια θα ναι. Γι' αυτούς η ύπαρξη και η ουσία είναι ένα και το αυτό, ή μάλλον, η ουσία κολλάει σαν βδέλλα πάνω στην μορφή τους απο γεννισιμιού τους. Κάνουν μία έτσι με το χέρι, και ξεσκίζουν πχ. τον Σαρτρ ή τον Καμύ λες και είναι ενοχλητικές μύγες που ταράσσουν την ηρεμία της μίζερης ύπαρξης τους. Δεν γνωρίζουν από άνθρωπο. Γνωρίζουν μόνο από φυλές. Και απο κοινές συνήθειες (έθιμα). Ετσι τα βρήκαν μπροστά τους, έτσι τα διαιωνίζουν αταβιστικά σαν τα σκυλιά τoυ Παβλόφ. Και ουαί κι αλίμονο, όποιος χορεύει εκτός ρυθμού. Θα ναι αυτοί στο δρόμο σου που δεν μπορούν να κρατήσουν τον υπαρξιακό τους ίλιγγο για πάρτι τους, που τον μεταφέρουν σαν μεταπράτες της κακιάς ώρας, σαν μπακάληδες σε ανατολίτικο παζάρι, για να πωλήσουν τη δυστυχία τους και να ελαφρύνουν έτσι για λίγο τη μαυρισμένη ψυχή τους. Θα ναι αυτοί που πάσχουν απο συναισθηματική ακράτεια και διαθέτουν λίγη λογική. Σκόπελοι αυτοί όλοι στο δρόμο σου θα ναι, έτοιμοι να σε φάνε επειδή δεν είναι οι ίδιοι εις θέσιν να ομορφαίνουν τίποτα. Ούτε τον κόσμο τους, ούτε τους συνανθρώπους τους. Άρα δεν θέλουν ούτε εσύ να δημιουργήσεις και να ομορφαίνεις. Και δεν θέλουν να ακουσουν για λογική. Τη θεωρούν εμπόδιο για την διαιώνιση της δυστυχισμένης ύπαρξή τους. Επειδή δεν τους αφήνει λέει να αράξουν ήσυχα μέσα στη μαυρίλα τους.
Όλους αυτούς θα αντικρίζεις αλλά μην τους φοβηθείς. Και μην αφήσεις να σε κάνουν όπως τα μούτρα τους. Προχώρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν κωλώσεις, την έκατσες. "Η δυστυχία μου είναι ο άλλος" έλεγε ο Σάρτρ και σίγουρα αυτούς είχε κατα νου. Θα γίνεις σαν κι αυτούς. Αν προχωρήσεις όμως, ξέρεις ότι θα αγαλλιάσεις όταν σου αποκαλυφθεί για μια στιγμή η αλήθεια με το πονηρό βλέμα της και θα σου προσφέρει τη γνώσης της. Θα βάλει το θεό μέσα σου. Θα σε ενθουσιάσει δηλαδή. Μήπως τελικά η αλήθεια είναι ο ίδιος ο θεός όπως λέει και η βίβλος (« εν αρχή είναι ο λόγος»); Αν ναι, όλοι σχεδόν οι χριστιανοί , ως εχθροί κάθε λογικής και άρα της αλήθειας, απέχουν έτη φωτός από το θεό. Αν όχι, τι είναι αυτή η γλύκα που νιώθεις όταν την αντικρίζεις; Από πού έρχεται; Είναι απλώς μια έκκριση ορμονών του σώματος; Είναι η αυτοϊκανοποίηση ότι έκανες ένα βήματακι για να ξελασπώσεις από τον οχετό όπου συναγελάζονται οι μονοδιάστατοι μαζάνθρωποι του Μαρκούζε; ή μήπως τελικά ειναι αυτο που αποκαλούσε ο Χεγκελ στη "φαινομενολογία του πνευματος", η εκφανση του παγκόσμιου πνευματος σ αυτον που μπορεσε να αντικρύσει τη λογική εστω και για ενα κλασμα του δευτερολεπτου;

Λεει ο Χεγκελ οτι, ο,τι συμβαινει στην παγκόσμια ιστορία απο τη γέννηση του συμπαντος μεχρι ετούτη την ωρα που γραφω αυτο το αρθρο, δεν ειναι τιποτε αλλα παρα η εκφανση του παγκόσμιου πνευματος που ειναι η λογική. Και ο κόσμος κινείται πάντα σε μια διαλεκτική σχεση οπου το αξιωμα "θεση-αντιθεση -σύνθεση" δεν ειναι παρα το προτσες με το οποιο φανερωνεται το πνευμα, δηλ. η λογική, δηλ. ο Θεός. Μπορεί πχ ενα  στιγμιότυπο της αντιθεσης, πχ. το τριτο  Ραιχ , να ειναι το μεγιστο κακο αν παρατηρηθεί μόνο του, είναι όμως καλό αν τεθεί σε μια διαλεκτική σχέση με το παγκόσμιο πνεύμα. Την ίδια σκέψη κάνει και με την "Αγια Τριάδα" στην Καινή Διαθήκη. Όπου ο Θεός ειναι η θέση (το άορατο , απόλυτο , παγκόσμιο πνεύμα), και ο Χριστός (ως αντικείμενο νοούμενο που εμφαίνεται  ως ύλη στον κόσμο) ειναι η "αντίθεση" του. Ενώ λοιπόν δεν ειναι το ίδιο,  ωστόσο ο ένας συνυπάρχει στον άλλο, τον περιλαμβανει, και τον εξυψώνει. Τη στιγμή που ο Χριστός (ως ύλη νοούμενος εν τω κόσμω) αντικρύζει και ανγνωρίζει το Θεό δηλ. το πνευμα, που ειναι ο ίδιος αφου τον περιέχει αν και είναι μόνο η έκφανσή του, τότε η 'υλη αντικρύζει τρόπον τινά το πνέυμα (Άγιο Πνευμα). Είναι η στιγμη που η φύση αναγνωρίζει τον εαυτό της ως έκφανση του πνευματος  και ταυτίζεται μ αυτο.Ειναι η στιγμή της αλήθειας! Ισως αυτός να ειναι και λόγος της χαράς μας οταν κατακτούμαι για ενα λεπτο την αλήθεια. Ισως να αντικρύζουμε εκείνη τη στιγμη το παγκόσμιο πνευμα. Να είμαστε σε αρμοσνία μαζί του.
Τα πάντα λοιπον έχουν τη λογική τους δηλ. την αλήθεια τους. Θα την βρω τη λύση! Ακόμα και σ αυτά που λέμε ότι δεν υπάρχει λογική. Είναι αυτά που εννοούσε ο Αριστοτέλης όταν μιλούσε για τα μεταφυσικά. Δηλαδή αυτά, που δεν μπορούσε να τα εξηγήσει ακόμα όσο ζούσε. Σήμερα αν ζούσε , θα ήταν άλλα τα μεταφυσικά του. Σαφώς λιγότερα! Όσο υπάρχει ανθρωπότητα, μικραίνει το πεδίο των μεταφυσικών.  Καιίσως  σε ενα πολύ μακρινό μελλον , ο ανθρωπος να κινέιται μονο στο χώρο τς φιλοσοφίας, της τέχνης . Για να βρίσκεται οσο το δυνατόν πιο κοντα στην αλήθεια. Στη λογική. Στο παγκόσμιο πνευμα. Η αλήθεια είναι η μεγαλύτερη μαγεία που θα μπορούσε να υπάρξει για τον άνθρωπο! 

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Κατάσχεση μισθών κ’ συντάξεων:


  1. Απαγορεύεται η κατάσχεση μισθών και συντάξεων. Ισχύει ως γενικός κανόνας.
  2. Εξαιρέσεις (κι εδώ είναι ο λάκκος της φάβας):

α. αν πρόκειται για ικανοποίηση διατροφής συζύγου, τέκνων (κλπ. όμοιες απαιτήσεις), επιτρέπεται κατάσχεση έως 50% μάξιμουμ του μισθού/σύνταξης.
πχ. Πατέρας δεν πληρώνει μηνιαία διατροφή  400 ευρώ για 5 μήνες. Μηνιαίος μισθός του 1700 ευρώ. Επιτρέπεται κατάσχεση εις χείρας του εργοδότη του έως 850 ευρώ / μήνα έως την κάλυψη των 2000 ευρώ.

β. αν επισπεύδων / δανειστής είναι το δημόσιο, επιτρέπεται υπέρ του δημοσίου κατάσχεση μισθού ή σύνταξης  πανω στο εν' τεταρτο επι του συνολικου ποσού της συνταξης/κατασχεσης. Δεν μπορει ομως να κατασχεθει οποιοδηποτε ποσό κατω των 1000 ευρώ/μήνα.
πχ. ποσό σύνταξης 1600 ευρώ. επιτρέπεται κατάσχεση  1/4 επι του ολου ποσου, δηλ. 400 ευρω. Αν όμως συνταξη 1200 ευρω, τοτε αν γινοταν κατασχεση  1/4  (δηλ. 300 ευρω), η συνταξη θα επεφτε στα 900 ευρω, πραγμα που απαγορευει ο νομος. Σ αυτην την περιπτωση θα γινει κατασχεση οχι 300 ευρω, αλλα 200 ευρω ωστε το ποσο της συνταξης να μην πεσει κατω απο 1000 ευρω.

γ. αν η σύνταξη /μισθός κατατίθεται σε τράπεζα, τότε ο δανειστής μπορεί να κατασχέσει τις αποταμιευμένες εκεί συντάξεις/μισθούς από προηγούμενους μήνες, παρά μόνο τη σύνταξη/μισθό του τελευταίου μηνός, αφού αυτός είναι ακατάσχετος.
πχ. σε συνταξιούχο  κατατίθενται οι μηνιαίες συντάξεις του σε τραπ. λογ/σμο όπου υπάρχει ποσό υπολοίπου από συντάξεις παρελθόντων μηνών 7000 ευρώ. Η μηνιαία σύνταξη του είναι 1200 ευρώ. Ο επισπεύδων μπορεί να κάνει κατάσχεση εις χείρας τραπεζας 2 μερες μετα την καταθεση σ αυτην του τελευταιου μισθου για ποσό 5800 ευρώ!.Αν ομως επισπευδων ειναι το δημοσιο, τοτε μπορει εκτος απο τις αποταμιευσεις, απο τα 1200 ευρω , να κατασχεσει και τα 200 ευρω (δες υπο β. πανω), οποτε να κτασχεσει συνολικα 6000 ευρω!

δ) Αν δανειστης σου ειναι τραπεζα, τοτε ισχυει ο ν. 4161/2013. Συμφωνα με το εκεί αρθ. 20, η τραπεζα μπορει να σου κατασχεσει το λογαριασμο που τηρεις σ αυτην αν υπερβαινει τα 1500 ευρω και προκειται για ατομικο λογαρισμο, η τα 2000 ευρω , αν προκειται για κοινο. Αρα μεχρι το ποσό των 1500/2000 ευρω ειναι ακατασχετος ο λογαριασμος. Προυπόθεση ομως για να διασφαλιστεις ως καταθετης ειναι, να πας να δηλώσεις στη τραπεζα σου οτι προκειται για λογαρισμο μισθοδοσιας/συνταξης.


Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

«Έλα μωρέ, δεν ήξερε τι έκανε το παιδάκι όταν σήκωνε το χέρι του και χαιρετούσε ναζιστικά. Μικρός είναι ακόμα, μόλις 20 χρονών και παίζει μόνο μπάλα. Κρίμα είναι το παιδάκι να χαραμιστεί η καριέρα του».  Αυτά και παρόμοια σαχλά ακούστηκαν αυτές τις ημέρες από τους έχοντες άποψη επί παντός θέματος, τους πάνσοφους δημοσιογράφους μας. Να υπενθυμίσουμε λοιπόν σ’ αυτούς που όλα τα σφάζουν, όλα τα σχολιάζουν κι όλα τα αναλύουν με μαεστρία μαγική και ταχύτητα εκπληκτική, που κοντά τους ο Ν. Τσόμσκι μοιάζει πολιτιστικά βάρβαρος, δύο, τρία πραγματάκια.

Μπορεί στην Ελλάδα να θεωρείσαι μικρός μέχρι τα 50 σου, αλλά στον υπόλοιπο κόσμο, οι 20χρονοι θεωρούνται πλέον ενήλικοι και συνεπώς αποκλειστικά υπεύθυνοι  για τις πράξεις και τα λεγόμενα τους. Η κοινότυπη ρήση «έλα μωρέ μικρός είναι δεν ξέρει τι κάνει, μπορεί να ειπωθεί σ’ ένα δεκαπεντάχρονο παιδάκι αλλά αν προβάλλεται ως δικαιολογία υπέρ κάποιου σε μεγαλύτερη ηλικία, τότε μεταξύ άλλων και εμμέσως, αμφισβητούν σε μέγιστο βαθμό την νοητική κατάσταση του δίνοντας του συγχωροχάρτι εξαρχής, υπονοώντας μ αυτόν τον τρόπο, ότι κάθε νέος (δηλ. κάτω από 50! ) ίσον ηλίθιος μέχρι να γίνει …..εξήντα! Κάνουν δηλαδή περισσότερο κακό σ’ αυτόν που προσπαθούν να δικαιολογήσουν , παρά καλό. Δεν το καταλαβαίνουν μάλλον.

Δεύτερον, το θέμα ναζισμός, έχει εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο,  καλήν- κακώς, την τιμητική του αφού προβάλλεται πλέον ως Lifestyle. Άρα, υπήρχε άπλετος χώρος και χρόνος να μάθει ακόμα και το 20χρονο «παιδάκι»  για το φαινόμενο του ναζισμού. Συνεπώς,  τόσα χέρια που θα είδε ο νεαρός τον περασμένο χρόνο προτεταμένα, πριν προτάξει και το δικό του μετά το γκολ,  δεν νομίζω να νόμιζε ότι είναι απλή χειρονομία για να σταματήσει κάποιο λεωφορείο στη  στάση.

Τρίτον, όσον αφορά γενικώς το θέμα της δικαιολόγησης των νέων,  της συνύφανσης δηλαδή του το νεαρού της ηλικίας κάποιου με την άγνοια του περί του φαινόμενου του ναζισμού, έξοχη απάντηση δίνει η εξαιρετική γερμανική ταινία των Hirschbiegel-Eichinger με τίτλο „Der Untergang“. Σ΄ αυτήν  εξιστορούνται οι τελευταίες ώρες του Χίτλερ από την σκοπιά της προσωπικής του γραμματέας, της 25χρονης βαυαρής Traudl Junge. Στο τέλος της ταινίας, η γραμματέας θίγει ακριβώς αυτό το θέμα της ηλικίας και της δήθεν συνυφασμένης μ’ αυτήν αθωότητας: «Όταν σταμάτησε η ναζιστική θηριωδία και είδα τι είχε κάνει ο ναζισμός στους εβραίους, προσπάθησα πολλές φορές στην μετέπειτα ζωή μου να εξιλεώσω τον εαυτό μου και να τον πείσω ότι,  ήμουν απλά μια ασήμαντη γραμματέας, μόλις 25 ετών άρα χωρίς την παραμικρή ευθύνη για ότι έγινε. Δεν ήξερα τι γινόταν, δεν έδινα τις εντολές εξόντωσης εγώ. Δυστυχώς δεν κατάφερα ποτέ να πείσω τον εαυτό μου. Θυμόμουν πάντα  την Σοφή Σολ, που ήταν μόλις 19 ετών όταν την σκότωσαν οι ναζί κατά τον αντιστασιακό της αγώνα κατά του φασισμού, όταν αυτός ακόμα γεννιόνταν. Αυτή ενδιαφέρθηκε να μάθει έγκαιρα, για το τι εστί Ναζισμός!
Εγώ δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ να μάθω τι είναι ο ναζισμός. Αυτή ήταν η δικιά μου ευθύνη!». E, αν δεν ήξερε, αυτή ακριβώς ήταν η ευθύνη και του νεαρού  ποδοσφαιριστή.

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

To στραβό καπέλο ή αλλιώς,πως να αναγνωρίσετε τον φασίστα.





Σίγουρα όλοι μας έχουμε γίνει κάποτε κάπου στη ζωή μας αυτήκοοι μάρτυρες, εκόντε-άκοντες, μιας ομιλίας ενός φασίστα. Εχετε παρατηρήσει πως τα δηλούμενα του είναι πάντα άσπρα ή μαύρα; Δηλαδή όχι "ναι μεν αλλά", "ίσως", αλλά ή το ένα ή το άλλο. Και μάλιστα με απόλυτη βεβαιότητα και σιγουριά περί το ορθόν της άποψης του ομιλούντος, αυτοπροβαλλόμενου ως το φορέα της μόνης αλήθειας την οποία δεν μπορούν να δούν οι υπόλοιποι. 


Οι φιλόσοφοι θα χαρακρηρίσουν αυτήν την στάση του φασίστα ως μανιχαϊκή, οι ψυχολόγοι ίσως εμμονική, οι καλλιτέχνες αντιγραφική. Ο όρος γραφικότητα είναι αισθητικό όρος. Τον χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε την ενσυνείδητη παρέκκλιση από την αντιαισθητική, την  απόλυτη συμμετρία. Αν θέλετε να καταλάβετε καλύτερα τι είναι γραφικότητα, παρατηρείστε αυτούς που φορανε καπέλο. Η γραφικότητα είναι ο λόγος που βάζουν πολλοί το καπέλο τους στραβά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το βάζουν στραβά. Το βάζουν όμως. Για να σπάσουν μια συμμετρία, μια ισορροπία που παραπέμπει σ’ ακινησία, που παραπέμπει σε τελική ανάλυση….στο θάνατο. Εξ ου και τα απολύτως συμμετρικά και ισορροπημένα κυπαρίσσια στα νεκροταφεία. Δείτε απ την άλλη, το αριστούργημα της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής, τον Παρθενώνα. Δεν έχει ούτε μια γραμμή, οριζόντια ή καθετή, ή εντελώς ευθεία και μοιάζει σα να υπερίπταται,  έτοιμο να απογειωθεί στο σύμπαν. Την γραφικότητα την  απεχθάνεται και ο χριστιανισμός….απεχθάνεται κάθε τι που παρεκκλίνει από την συμμετρία και ισορροπία. Οι χριστιανοί τα θέλουν όλα ίσια, εύτακτα, ισορροπημένα. Θέλουν τα κυπαρίσσια τους! 

Και μιας μιλάμε για συμμετρία, να πούμε ότι αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την κομψότητα. Η κομψότητα δεν έχει
σχέση ούτε με συμμετρία, ούτε με την ισορροπία. Η υπέρκομψη φύση απέχει έτη φωτός απ τη συμμετρία. Δεν υπάρχει συμμετρικός βράχος, ούτε συμμετρικό κύμα, ούτε συμμετρικό σύννεφο.

Αυτοί λοιπόν που αρνούνται να βάλουν το καπέλο τους στραβά είναι εν αμφιβολία στρυφνοί, βλοσυροί, ανέραστοι, γεμάτοι ……..τάξη! Ο παπάς δεν φοραει ποτέ το καλυμμαύκι του στραβά. Ούτε ο στρατιωτικός το πηλίκιο του. Ούτε ο συντηρητικός τη γραβάτα του….Γι’ αυτό, πλησιάστε με εμπιστοσύνη όποιον φορά το καπέλο του στραβά και τη γραβάτα του άτσαλα. Είναι σίγουρα γραφικός. Δηλαδή άνθρωπος που απεχθάνεται τις ισορροπίες, τις νόρμες, την κοινόχρηστη συμπεριφορά, την τυποποίηση, την…… ιεραποστολική στάση στον έρωτα. Πλησιάστε τον....αν μη τι άλλο, σίγουρα δεν είναι φασίστας που υπεραγαπά  την ισορροπία και λατρεύει πάνω απ ‘όλα και όλους, την τάξη! Εντάξει;

(σΣ.: το άρθρο περιέχεο αποσάσματα απο το Βιβλίο του Β. Ραφαηλίδη "η αισθητική", εκδόσεις εικοστού πρώτου.)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Εγκλήματα κατά της τιμής, άρθ. 361 ΠΚ επ.
(εξύβριση, δυσφήμιση, συκοφαντική δυσφήμιση).

Πόσες φορές δεν έχουμε γίνει αυτήκοοι μάρτυρες παρεϊστικων συζητήσεων με νομικίστικο περιεχόμενο, στις οποίες επικρατεί σύγχυση μεταξύ των μελών  όσον αφορά την εντόπιση του κατάλληλου εγκλήματος οταν πρόκειται για ιστορικό που εμπεριέχει εγκλήματα κατά της τιμής κάποιου. Ο ποινικός μας κώδικας απαριθμεί κυρίως τέσσερα τετοια εγκληματα και τα κατονομάζει ως «εξύβριση, αρθ. 361 ΠΚ», «απρόκλητη έμπρακτη εξύβριση, αρθ. 361 Α ΠΚ», «δυσφήμιση, άρθ. 362 ΠΚ», και «συκοφαντική δυσφήμιση, αρθ. 363 ΠΚ».
Ο λόγος της δυσκολίας διαχωρισμού των εκάστοτε εγκλημάτων από μη νομικούς είναι θεμιτός, μιας και τα διακριτικά γνωρίσματα του κάθε εγκλήματος είναι δυσθεώρητα και ρευστά μεταξύ τους. Πολλές φορές δε, η εν λόγω δυσκολία διασάφησης και διαχωρισμού των εγκλημάτων, παρατηρείται και σε νομικούς. Ο λόγος ύπαρξης λοιπόν αυτού του άρθρου είναι να αποκρυσταλλώσει σε αδρές έστω γραμμές τις επιμέρους διαφορές των εν λόγω εγκλημάτων και να καταδείξει τις στοιχειώδης διαφορές μεταξύ τους, χωρίς βεβαίως να αξιώνει πιστοποιητικά πληρότητας, ακρίβειας και νομολογιακής αρμονίας και σύμπλευσης, μιας και κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε την ενδελεχή μελέτη σχετικών συγγραμμάτων και την παρακολούθηση της δικανικής σκέψης όπως αυτή παγιώθηκε από τη σχετική ανώτατη νομολογία.

Τα σχετικά άρθρα λοιπόν είναι:

Άρθ. 361 ΠΚ (εξύβριση):
1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης* (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.
2. Όταν η προσβολή της τιμής δεν είναι ιδιαίτερα** βαριά, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και το πρόσωπο του ατόμου που προσβλήθηκε, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο.
3. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 308 έχει και σ' αυτή την περίπτωση εφαρμογή.


Άρθ. 361 Α ΠΚ (έμπρακτη εξύβριση)
1. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται η έμπρακτη εξύβριση (άρθρο 361 παρ. 1), αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.
2. Αν στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου συμμετείχαν δύο η περισσότεροι, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.


Άρθ. 362 ΠΚ (δυσφήμιση):
Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.

Άρθ. 363 ΠΚ (συκοφαντική δυσφήμιση):
Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.** Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63.


Επισημάνσεις:
«Εξύβριση»:
Το γράμμα του νόμου δεν δίνει κανέναν σαφή ορισμό για το τι εστί εξύβριση. Λογικό, καθώς εκτός του ότι οι νόμοι θα πρέπει να είναι γενικά διατυπωμένοι, ειδικά εδώ σ’ αυτά τα εγκλήματα, εμφιλοχωρεί και το υποκειμενικό στοιχείο σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα κάποιος χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να αποτελεί εκ μέρους του δέκτη εξύβριση, δεν θα αποτελούσε λόγο προσβολής για κάποιον άλλον.
Γενικά όμως και όπως παγιώθηκε από τη νομολογία (ιδίως τη γερμανική) ως εξύβριση, θα μπορούσε  να δοθεί ο παρακάτω ορισμός: «Εξύβριση συνιστά  η επίθεση κατά της τιμής του άλλου δια της εξωτερίκευσης του μη σεβασμού αυτής!  („Beleidigung ist der Angriff auf die Ehe einer anderen Person durch Kundgabe der Missachtung oder Nichtachtung“). Τιμή  αποτελεί η προσωπική αξιοπρέπεια του καθενός και η προσωπική αξίωσή του, να τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι ανάλογα με τον προσωπικό, διανοητικό και ηθικό αξιολογικό του υπόβαθρο και βαθμό.

Στην εξωτερίκευση (του μη σεβασμού της τιμής του άλλου), θα πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός μεταξύ αξιολογικών κρίσεων και ισχυρισμών γεγονότων. Οι δεύτεροι χαρακτηρισμοί είναι δεκτικοί απόδειξης περί αλήθειας ή μη  αυτών, άρα θα πρέπει εκ προοιμίου να αντιμετωπιστούν διαφορετικά.

Ο ισχυρισμός γεγονότων που τυχόν προβάλλεται εμπίπτει στο εν λόγω άρθρο της εξύβρισης και στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος μόνο, εάν προβλήθηκαν κατά του προσβαλλόμενου απευθείας, ήτοι κατά του ίδιου του προσώπου στο οποίο απευθύνονται.   Έτσι για παράδειγμα, αν ο Α αποκαλέσει τον Β απατεώνα, αυτό πληροί την αντικειμενική υπόσταση της εξύβρισης. Αν αποκαλέσει για τον Β τον ισχυρισμό «απατεώνα» απέναντι  στον Γ, όχι (στοιχειοθετείται όμως ενδεχομένως το έγκλημα της δυσφήμισης που θα το δούμε εν συνεχεία).

Αν αποκαλέσει ο Α τον Β «κάθαρμα», αυτό εμπίπτει σαφώς στην αντικειμενική υπόσταση της εξύβρισης. Αλλά επειδή πρόκειται για αξιολογικό χαρακτηρισμό (κι όχι για ισχυρισμό δεκτικό αποδείξεως), πληρούται η εξύβριση ακόμα κι αν προβάλλει τον ίδιο χαρακτηρισμό έναντι του Γ για τον Β. Ενώ αν αποκαλούσε για τον Β «απατεώνα» (δεκτικό αποδείξεως) ενώπιον του Γ,  δεν θα στοιχειοθετούνταν ο όρος της εξύβρισης.

«Έμπρακτη εξύβριση»:
Η έμπρακτη εξύβριση απαιτεί άμεση σωματική επίδραση στον προσβαλλόμενο η οποία από μόνη της συνιστά και στοιχειοθετεί τον μη σεβασμό της τιμής του άλλου. (πχ. φτύσιμο, σωματικός έλεγχος γυναίκας από αρσενικό αστυνομικό όργανο, σφαλιάρα κλπ).

«Δυσφήμιση»:
Όπως προαναφέραμε, ισχυρισμοί γεγονότων (δεκτικοί αποδείξεως περί αλήθειας αυτών) που έγιναν για κάποιον άλλον απέναντι σε τρίτους, δεν στοιχειοθετούν το έγκλημα της εξύβρισης, δύναται όμως να στοιχειοθετήσουν το έγκλημα της δυσφήμισης. Δεν χρειάζεται ο δηλών να γνωρίζει θετικά την μη αλήθεια των ισχυρισμών του , αρκεί ενδεχόμενος δόλος αυτού περί της προσβολής της τιμής του άλλου, δηλ. κατά συνέπεια, της πιθανότητας να μη ισχύουν αυτά που ισχυρίζεται. Ως συνήθως, σ αυτές τις περιπτώσεις,  η αλήθεια περί του ισχυρισμού αποτελεί αντικείμενο ποινικής συζήτησης και αποτέλεσμα αποδεικτικής διαδικασίας.

«Συκοφαντική δυσφήμιση»:
Τέλος, η διαφορά ατού του εγκλήματος σε σχέση με την απλή δυσφήμιση, έγκειται στη γνώση του ενεργούντος, δηλούντος, περί της μη αλήθειας των ισχυρισμών του για κάποιον άλλον, άρα δεν αρκεί μόνο ενδεχόμενος δόλος του προβάλλοντος αλλά γνώση της ψευδής δήλωσης του.




Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

 

Μον.Πρωτ.Χαν 3/2013: ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΟ ΕΝΣΗΜΟ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΓΩΓΕΣ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ  ΧΑΝΙΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
                                ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ     3/2013
                          ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
           Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ιωάννη Ευαγγελάτο, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Χανίων Πρόεδρο Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Νίκη Αντωνιάδου.
            …..
                           ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
                           ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
…..
Το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου.
Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα πλέον  σε ποσοστό διπλάσιο από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα (άρθρο 6α’ του ν. 4093/2012), σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Άρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/2010 απόφασή του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου νόμου για το άρθρο 70 φέρεται ως σκοπός της νέας διάταξης η αύξηση των δημοσίων εσόδων, πρόβλεψη που αποτυπώνεται και στην σχετική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επί του σχεδίου νόμου. Πλην όμως, σύμφωνα και με τον έντονο νομικό προβληματισμό που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής με την έκθεσή της επί του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και κατά την πάγια νομολογία του ΣτΕ, η επίκληση αμιγώς ταμειακών αναγκών του Δημοσίου χωρίς σύνδεση με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή για τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας. Αντίστοιχη είναι και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), κατά την οποία μόνο το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την παραβίαση των δικαιωμάτων του πολίτη. Άλλωστε, η υποχρεωτική επιβολή δικαστικού ενσήμου σε όλες τις αγωγές που έχουν περιουσιακό αντικείμενο ή είναι χρηματικά αποτιμητές δεν συνδέεται με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης, ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί επαρκώς από τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου από την «κινητοποίηση ενός πολυδάπανου δημόσιου μηχανισμού», όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση. Πρώτον, διότι το λειτουργικό κόστος της Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί, αλλά αντίθετα έχει περιοριστεί κατά πολύ (όμοια και Γνωμοδότηση Κ. Χρυσόγονου- Α. Καϊδατζή, για τη συνταγματικότητα του σχεδίου νόμου «Έγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016» παρ. Γ 7).  Δεύτερον, διότι η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί «μηχανισμό», όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αλλά αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το δημόσιο προϋπολογισμό και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Τρίτον, διότι θα έπρεπε με την ίδια λογική το σχετικό τέλος να επεκταθεί σε όλες τις αγωγές και όχι μόνο στις χρηματικά αποτιμητές, καθώς οι λοιπές αγωγές κινητοποιούν τον ίδιο πολυδάπανο «μηχανισμό» κατά την έκφραση της αιτιολογικής έκθεσης.  Φαίνεται, αντίθετα, ότι η ρύθμιση αποκτά αποτρεπτικό, καταρχήν, και, στη συνέχεια, κυρωτικό χαρακτήρα, ειδικά για τις χρηματικά αποτιμητές αγωγές, καθώς, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με την επέκταση του δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές επιδιώκεται «να αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών». Ο πολίτης, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, στερείται του δικαιώματος να προσφύγει στη Δικαιοσύνη χωρίς να καταβάλει δικαστικό ένσημο για να εμποδίσει την παραγραφή του δικαιώματός του, να άρει υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασής του, να εκδώσει αναγνωριστική απόφαση, όταν υπάρχει αμφιβολία για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και για τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης, να προστατεύσει το εμπράγματο δικαίωμά του από την ανακριβή πρώτη εγγραφή με την οποία αμφισβητείται ολικά ή μερικά το δικαίωμά που έχει επί ενός κτηματογραφημένου ακινήτου, χωρίς βεβαίως όλα αυτά να μπορούν να θεωρηθούν προπετείς και αβάσιμες αγωγές. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση των κτηματολογικών αγωγών, είναι σύνηθες οι εναγόμενοι να συνομολογούν ή να αποδέχονται την αγωγή, αφού δεν υφίσταται εν τοις πράγμασι αμφισβήτηση σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων των διαδίκων και η όποια αμφισβήτηση ανακύπτει τυπικά κατά την κτηματογράφηση εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ.  Άλλωστε, κατά το Σύνταγμα, μόνο τα αρμόδια Δικαστήρια και ουδείς άλλος, και βεβαίως όχι προκαταβολικά, μπορεί να κρίνει αν οι αγωγές είναι πράγματι προπετείς και αβάσιμες, προβλέπονται δε στον ΚΠολΔ επαρκείς ποινές (άρθρο 205) και κυρώσεις (άρθρα 178-179, περί δικαστικής δαπάνης) για τις περιπτώσεις τέτοιων αγωγών, ώστε να μην χρειάζονται άλλες και σε καμία περίπτωση το δικαστικό ένσημο δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιου είδους κύρωση. Επιπλέον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι λαμβάνεται υπόψη το δικαστικό ένσημο στον υπολογισμό της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης, το γεγονός αυτό αφορά στο χρόνο μετά την παροχή δικαστικής προστασίας και δεν εξισορροπεί τα εμπόδια που τίθενται στον πολίτη κατά το χρόνο προσφυγής του στη Δικαιοσύνη. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές και μάλιστα τέτοιου ύψους, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 ΝΟΒ 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821, ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 Garcia Manipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη).

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

„Der Fachanwalt“, ο ειδικευμένος δικηγόρος στη Γερμανία

«α, δικηγόρος είσαι, ωραία! Σε ποιόν τομέα ειδικεύεσαι;»

Πόσες φορές δεν έχουμε γίνει εμείς οι δικηγόροι αποδέκτες της παραπάνω ερώτησης από φίλους, γνωστούς, συγγενείς, οι οποίοι καλοπροαίρετα σκεφτόμενοι ίσως ότι, αφού πχ. ο  ιατρός εξειδικεύεται σ’ έναν τομέα της ιατρικής, κάτι αντίστοιχο θα πρέπει να υπάρχει (σε θεσμικό επίπεδο) και για μας τους δικηγόρους.

Δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όχι στην Ελλάδα. Και δεν μιλάμε για την προτίμηση κάποιου δικηγόρου να ασχοληθεί από μόνος του μ’ έναν συγκεκριμένο τομέα της νομικής επιστήμης αμπαλάροντας τις γνώσεις του με ένα μεταπτυχιακό ή διδακτορικό. Ούτε για αυτόν τον δικηγόρο που θέλει να αφοσιωθεί αποκλειστικά σ’ έναν τομέα του δικαίου, δηλώνοντας ότι είναι εξειδικευμένος δικηγόρος στον χ τομέα του δικαίου. Αναφέρομαι σ’ έναν απονεμημένο «τίτλο» από κάποια θεσμική αρχή (θα δούμε στη συνέχεια από ποίον και με ποια κριτήρια), ο οποίος όχι μόνο θα διαπιστεύει τις εξειδικευμένες γνώσεις του δικηγόρου επάνω σε κάποιον ή σε κάποιους τομείς του δικαίου δίνοντας του το δικαίωμα να δηλώνει εξειδίκευση, αλλά θα επικαιροποιείται κάθε τόσο από την ίδια την αρχή που απένειμε τον τίτλο.
Η επικαιροποίηση του τίτλου της εξειδίκευσης, δηλ. κατά πόσο ο δικηγόρος εξακολουθεί να κατέχει γνώσεις ειδικές πάνω σ’ έναν τομέα του δικαίου με την πάροδο του χρόνου, αντιπαραβάλλεται σαφώς στους μεταπτυχιακούς τίτλους, αφού οι τελευταίοι απονέμονται εφάπαξ και διατηρείται η ισχύς τους εφ όρου ζωής, ακόμη και στην περίπτωση που ο δικηγόρος δεν έχει ασχοληθεί ποτέ μετά στον επαγγελματικό του βίο πάνω στον τομέα όπου απόκτησε τον μεταπτυχιακό του τίτλο.
Η όλη αυτή η ιστορία της ανάγκης των εξειδικεύσεων μπορεί βέβαια να τεθεί εκ προοιμίου υπό φιλοσοφική /κοινωνιολογική  αμφισβήτηση, επιρρώνοντας το λατινικό ρητό „Purus mathematicus, purus asinus“. Που στα καθ’ ημάς μεθερμηνευόμενων σημαίνει ότι, όποιος κατέχει μόνο έναν συγκεκριμένο τομέα γνώσης, δεν ξέρει απολύτως κανέναν τομέα γνώσης. Ο ειδικός της γνώσης καθίσταται δυστυχής αχθοφόρος, προσηλωμένος εξ ανάγκης στο δικό του δέντρο της γνώσης, αδυνατώντας να δει το δάσος της γνώσης. Κάτι τέτοιο θα έβρισκε αντίθετο τον Νίτσε που έλεγε ότι η εξειδικευμένη γνώση είναι πηγή δυστυχίας.
Ωστόσο η κοινωνική και οικονομική αξία της εξειδίκευσης σήμερα δύσκολα αμφισβητείται. Σε μια εποχή της κατακερμάτισης της γνώσης, ο μη ειδικός καθίσταται ως κάτι το εξωτικό, κάποιος που δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστικός αφού ξέρει «μόνο» λίγο απ’ όλα, κάποιος που δεν έχει λαμβάνειν από ένα κομμάτι της πίτας της γνώσης, αφού δεν έχει εξειδικευτεί σε κάποιο κομμάτι της για να το διεκδικήσει επάξια.

Ειδικά στον τομέα της νομικής επιστήμης με τον τεράστιο όγκο της και το ολοένα και αυξανόμενο εύρος του πεδίου εφαρμογής της, με την ανακάλυψη και εφεύρεση συνεχώς νέων πεδίων δράσεων, η εξειδίκευση των δικηγόρων καθίσταται ως μια εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση επιτυχίας και καταξίωσης του δικηγόρου εφόσον αποφασίσει να εξειδικευτεί κάπου.
Και  ακριβώς ο κατακερματισμός της γνώσης πάνω στον οποίο βασίζεται η εξειδίκευση, αποτελεί σε τελική ανάλυση, επιταγή του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, ο οποίος έχοντας ως σημαία του την ανταγωνιστικότητα , πρέπει εξ ορισμού να επιθυμεί τον κατακερματισμό της γνώσης αφού αν ξέρουμε όλοι λίγα απ’ όλα, δύσκολα επιτυγχάνεται ανταγωνιστική παραγωγή (γνώσεων, προϊόντων κλπ). Έτσι για παράδειγμα στις προηγμένες καπιταλιστικά χώρες, ένας καθηγητής πχ. μαθηματικών του πανεπιστήμιου του Harvard, έχει την ηθική πολυτέλεια να μην γνωρίζει, ποίος ήταν ο Μαγγελάνος, αφού είναι «μόνο» ιδιοφυΐα στα μαθηματικά.

Στα καθ’ ημάς λοιπόν και δη στην εξειδίκευση των δικηγόρων, η Γερμανία ως προεξάρχουσα καπιταλιστική δύναμη εντός της Ευρώπης, πιστή και προσηλωμένη στο δόγμα της ανταγωνιστικότητας, καθόρισε τις προϋποθέσεις της εξειδίκευσης των δικηγόρων θεσμοθετώντας την έννοια του Fachanwalt, δηλ. του ειδικευμένου δικηγόρου.

Ο χαρακτηρισμός του Fachanwalt  είναι ένας τίτλος που απονέμεται σε γερμανό δικηγόρο, ο οποίος πιστοποιεί τις ιδιαίτερες θεωρητικές γνώσεις και την εμπειρία του πάνω σ’ έναν συγκεκριμένο τομέα του δικαίου (§43 BRAO, = ομοσπονδιακός κανονισμός των δικηγόρων). Οι προϋποθέσεις απόκτησης και τήρησης του τίτλου, καθορίζονται στην Fachanwaltsordnung , FAO (= κανονισμός περί εξειδικευμένων δικηγόρων).

Προς το παρόν υπάρχουν είκοσι τομείς δικαίου στους οποίος ο δικηγόρος δύναται να αποκτήσει κάποιον τίτλο εξειδίκευσης (έως τρεις κατά το μέγιστο). Σύμφωνα με μια στατιστική που διεξήχθη από τον ομοσπονδιακό δικηγορικό σύλλογο της Γερμανίας,  (ναι υπάρχει και τέτοιος εκεί), σήμερα περίπου το 25 % των δικηγόρων έχει αποκτήσει τουλάχιστον έναν τίτλο εξειδίκευσης.

Διαδικασία απονομής και προϋποθέσεις

Ο τίτλος εξειδίκευσης απονέμεται από τον εκάστοτε δικηγορικό σύλλογο σύμφωνα με τις διατάξεις της FAO. Για τον σκοπό αυτό έχουν συσταθεί ειδικές επιτροπές εντός του συλλόγου αποτελούμενες από δικηγόρους, που ασχολούνται αποκλειστικά με την απονομή των εν λόγω τίτλων εξετάζοντας τις υποβληθείσες αιτήσεις των ενδιαφερομένων. Εν συνεχεία υποβάλλουν σχετική πρόταση ενώπιον του Δ.Σ του εκάστοτε  δικηγορικού συλλόγου ο οποίος και αποφασίζει για την απονομή ή όχι.
Για να μπορέσει κάποιος δικηγόρος να υποβάλλει τη σχετική αίτηση ενώπιον της επιτροπής θα πρέπει να πληροί τις εξής προϋποθέσεις:
  1. Να είναι τουλάχιστον τρία χρόνια δικηγόρος με πραγματική άσκηση δικηγορίας
  2. Να έχει και να αποδεικνύει ειδικές θεωρητικές γνώσεις πάνω στον ενδιαφερόμενο τομέα δικαίου
  3. Να κατέχει πρακτική εμπειρία πάνω στον συγκεκριμένο τομέα δικάιου.
  4. Να πετύχει στην προφορική εξέταση ενώπιον της επιτροπής του δικηγορικού συλλόγου για την απονομή.

Οι θεωρητικές γνώσεις πιστοποιούνται μετά από παρακολούθηση ειδικών σεμιναρίων πάνω στον επιλεγόμενο τομέα δικαίου, διάρκειας περίπου 120 ωρών, που πραγματοποιούνται είτε από τον ίδιο τον δικηγορικό σύλλογο, είτε από πιστοποιημένα ιδιωτικά ινστιτούτα που έχουν συσταθεί ακριβώς γι ‘αυτό το λόγο. Στην παρακολούθηση των θεωρητικών μαθημάτων εμπεριέχονται και γραπτές εξετάσεις / διαγωνίσματα, στα οποία  πρέπει οπωσδήποτε να πετύχει ο εξεταζόμενος δικηγόρος προκειμένου να λάβει εν συνεχεία το πιστοποιητικό θεωρητικής επάρκειας πάνω στον τομέα δικαίου.
Σημειωτέον ότι, τα θεωρητικά μαθήματα είναι επ’ αμοιβή, (γύρω στα 1000 ευρώ για όλο το πρόγραμμα διδασκαλίας των 120 ωρών) είτε πραγματοποιούνται αυτά από το σύλλογο , είτε από τους παραπάνω ιδιωτικούς φορείς.

Όσον αφορά την πιστοποίηση της πρακτικής εμπειρίας πάνω στον τομέα δικαίου που αποτελεί την τρίτη προϋπόθεση απονομής, ο κανονισμός (FAO), προβλέπει ο δικηγόρος πρέπει να έχει χειριστεί τουλάχιστον έναν προβλεπόμενο  αριθμό υποθέσεων πάνω στον ενδιαφερόμενο τομέα, που κυμαίνεται ανάλογα με τον εκάστοτε τομέα ειδίκευσης. ‘Έτσι για παράδειγμα όποιος επιθυμεί να αποκτήσει τον τίτλο της εξειδίκευσης πάνω στο φορολογικό δίκαιο, θα πρέπει να προσκομίσει λίστα με 50 χειρισθείσες υποθέσεις πάνω σ’ αυτόν τον τομέα. Άλλος που θέλει να λάβει τον τίτλο πάνω στο δίκαιο της  πτώχευσης, θα πρέπει να έχει χειριστεί πριν από την υποβολή της αίτησης, 120 υποθέσεις  πτωχευτικού δικαίου.
Καθίσταται φανερό ότι, ο νέος δικηγόρος κατά κανόνα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να υποβάλλει αίτηση απονομής τίτλου ειδίκευσης, μιας και δεν θα έχει χειρισθεί τον προβλεπόμενο ελάχιστο αριθμό υποθέσεων.
Τέλος να σημειωθεί ότι, αφού αποκτήσει κάποιος των πολυπόθητο τίτλό, είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί ανά έτος ένα προβλεπόμενο αριθμό ωρών σε σεμινάριο της ειδικότητάς του, προκειμένου να έχει το δικαίωμα να διατηρεί τον τίτλο εσαεί.  Σύμφωνα με τις τρέχουσες απαιτήσεις, ο ελάχιστος αυτός αριθμός είναι η παρακολούθηση 10 ωρών σε σεμινάριο ανά έτος. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος δεν προσκομίζει την εν λόγω βεβαίωση παρακολούθησης, θα του αφαιρείται ο τίτλος εξειδίκευσης.

Τομείς εξειδίκευσης:
Οι τρέχοντες τομείς εξειδίκευσης για τους οποίου απονέμεται ο τίτλος του Fachanwalt είναι:
Αγροτικό δίκαιο (agriculural law)
Τραπεζικό δίκαιο και δίκαιο κεφαλαιαγοράς
Εργατικό δίκαιο
Δίκαιο δόμησης και αρχιτεκτόνων
Κληρονομικό δίκαιο
Οικογενειακό δίκαιο
Δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας
Εμπορικό και εταιρικό δίκαιο
Πτωχευτικό δίκαιο
Δίκαιο πληροφορικής
Ιατρικό δίκαιο
Δίκαιο μισθώσεων και ιδιοκατοίκησης
Κοινωνικό δίκαιο
Ποινικό δίκαιο
Φορολογικό δίκαιο
Δίκαιο μεταφορών
Δίκαιο τηλεπικοινωνιών
Δίκαιο οδικής κυκλοφορίας
Ασφαλιστικό δίκαιο
Διοικητικό δίκαιο
Όπως προσημειώθη,  σήμερα έχει αποκτήσει τίτλο εξειδίκευσης ένα 25 % των δικηγόρων στη Γερμανία και ο αριθμός των ενδιαφερομένων βαίνει αυξανόμενος με ραγδαίους ρυθμούς. Ο λόγος είναι προφανής: Σύμφωνα με στατιστική έρευνα που διεξήχθη προς λίγων ετών το 80 % των πολιτών δηλώνει ότι, θα εμπιστευόταν την υπόθεση του σε κάποιον ειδικευμένο δικηγόρο παρά σε κάποιον που δεν φέρει τίτλο εξειδίκευσης. Αντίστοιχα είναι και οι αμοιβές των ειδικευμένων δικηγόρων σε σχέση με τους μη δηλούντες κάποια ειδίκευση.